ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗ ΓΑΖΑ

Τις τελευταίες μέρες γινόμαστε δυστυχώς μάρτυρες ενός νέου κύκλου βίας στην περιοχή της Παλαιστίνης. Μια περιοχή η οποία χειμάζεται διαχρονικά από τις εκατέρωθεν εχθροπραξίες και άκρατες βιαιοπραγίες της Χαμάς και της κυβέρνησης του Ισραήλ. Ωστόσο κάθε φορά που η περιοχή εκρήγνυται οι λόγοι και τα αίτια φαίνεται να διαφέρουν.

Αυτή τη φορά όλα ξεκίνησαν με την απαγωγή και δολοφονία τριών νεαρών Ισραηλινών στη Δυτική Όχθη. Την ευθύνη έσπευσαν να αναλάβουν τέσσερις διαφορετικές οργανώσεις: οι Ταξιαρχίες της Παγκόσμιας Τζιχάντ, το Τάγμα των Απελευθερωτών της Χεβρώνας, οι Ταξιαρχίες της Χεζμπολάχ και το τοπικό παράρτημα της σουνιτικής ISIS. Ταυτόχρονα, η Χαμάς αρνήθηκε κάθε ανάμειξη με το περιστατικό. Παρόλα αυτά, η Ισραηλινή κυβέρνηση αγνοώντας τα γεγονότα έσπευσε να καταδικάσει τη Χαμάς για το συμβάν και να ορκιστεί εκδίκηση για τα θύματα. Η εκδίκηση αυτή έμελλε να έχει δύο μορφές: τη σύλληψη δύο μελών της Χαμάς και τη στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα. Προβληματισμό ωστόσο έχει προκαλέσει το γεγονός πως ακόμα και στην περίπτωση που οι πραγματικοί δράστες ήταν όντως οι δύο συλληφθέντες, φαίνεται βέβαιο πως αυτοί έδρασαν αυτόνομα και εν αγνοία του Χάλιντ Μασάλ και της λοιπής ηγεσίας της παλαιστινιακής οργάνωσης. Ακόμα δηλαδή και αν δεν ευθύνεται κάποια από τις προαναφερθείσες οργανώσεις για τις δολοφονίες, η Χαμάς φαίνεται πως όχι μόνο δεν έδωσε την άδεια για μια τέτοια επίθεση, αλλά δεν τη συνέφερε και να το κάνει.

Ο μόνος κερδισμένος από τις εξελίξεις φαίνεται να είναι το κράτος του Ισραήλ το οποίο με την επιχείρηση «Protective Edge» σκοπεύει να επιφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στη στρατιωτική δύναμη της Χαμάς, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα τα ευρύτερα συμφέροντά του στην Παλαιστίνη.

Οι συγκυρίες είναι αρκετές και δύσκολα μπορεί κανείς να τις αγνοήσει. Η πρόσφατη ανακήρυξη του Ισλαμικού Χαλιφάτου στην ανατολή (30 Ιουνίου) δρα πλέον ως τροχοπέδη για τις κινήσεις του βασικού αντιπάλου του Ισραήλ – του Ιράν, ενώ δημιουργεί και εγκαθιδρύει έναν αμεσότερο εχθρό και στόχο για τους Σιίτες της περιοχής. Έχοντας λοιπόν εξασφαλίσει τα νώτα του το Ισραήλ μπορεί πλέον να ξαναγυρίσει την προσοχή του στον εκ δυσμάς εχθρό – τους απελευθερωτές πολεμιστές της Γάζας.

Το σημαντικότερο όμως κομμάτι του παζλ είναι η Παλαιστινιακή κυβέρνηση εθνικής ενότητας μεταξύ Χαμάς και Φατάχ η οποία σχηματίσθηκε μόλις πριν ένα μήνα, βάζοντας τέλος στην επταετία διχόνοιας και εμφυλιακών εχθροπραξιών. Η «συμφιλίωση» μεταξύ των δύο Παλαιστινιακών δυνάμεων είναι κάτι το οποίο προωθούσε έντονα και για πολύ καιρό ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπένζαμιν Νετανυάχου. Θα ήταν μάλλον ορθότερο να πούμε πως ο Νετανυάχου σχεδόν απαιτούσε την εν λόγω συμφιλίωση ως προϋπόθεση για να εξετάσει την οποιαδήποτε πολιτική λύση στην περιοχή. Αυτό όμως φάνηκε να είναι απλά μια πρόφαση. Ο Νετανυάχου έκρινε σωστά πως μια ενδεχόμενη συμμαχία των δύο πλευρών θα στοίχιζε ιδιαίτερα στη Χαμάς καθώς θα έπληττε το ασυμβίβαστο προφίλ της. Από τη δική της πλευρά, η Χαμάς, εγκλωβισμένη από το εχθρικό Αιγυπτιακό καθεστώς Σίσι (μια ακόμη πρόσφατη συγκυρία), και βλέποντας να χάνει την εμπιστοσύνη των κατοίκων της Γάζας, αποδέχθηκε την πρόσκληση για συμμαχία πέφτοντας στην παγίδα του Ισραήλ. Το αποτέλεσμα ήταν ο Νετανυάχου να καταδικάσει την παλαιστινιακή κυβέρνηση εθνικής ομόνοιας την ίδια ημέρα της ορκωμοσίας της.

Ο λόγος βέβαια ήταν απλός. Το Ισραήλ χρειάζεται έναν αντίπαλο στην περιοχή ο οποίος θα δικαιολογεί τις πολιτικές του κατά των Παλαιστινίων. Η εξομάλυνση δεν είναι στα σχέδια των Ισραηλινών. Αντιθέτως, ένας τρομακτικός και ακραίος αντίπαλος που απαγάγει και δολοφονεί νέους, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται η κυβέρνηση Νετανυάχου για να συνεχίσει τους εποικισμούς στις παλαιστινιακές περιοχές, την πολιορκία και τον αποκλεισμό της Γάζας και την άρνηση για την οποιαδήποτε επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος. Και αυτό το τέρας-αντίπαλος είναι σαφώς η Χαμάς  – ένα τέρας που το Ισραήλ χρειάζεται, το προκαλεί, το επικαλείται αλλά και το αναδημιουργεί όποτε αυτό φαίνεται να αποδυναμώνεται.

 

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΝΕΛΣΟΝ “ΜΑΝΤΙΜΠΑ” ΜΑΝΤΕΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Ο Μαντίμπα ήταν σίγουρα ο τελευταίος μεγάλος πολιτικός της εποχής μας.

Στις μέρες μας, η πολιτική έχει χάσει πραγματικά κάθε νόημα και σκοπό αλλά ευτυχώς η ζωή και το έργο κάποιων μεγάλων πολιτικών, όπως ήταν ο Μαντίμπα, μπορεί να μας θυμίσει το ιδεώδες μιας πολιτικής υπέρ του πολίτη και υπέρ της ανθρωπότητας. Από τη μία η ζωή του Μαντίμπα, του πολιτικού με την απέραντη καλοσύνη και το φωτεινό χαμόγελο και από την άλλη η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύουν ποιες είναι οι αξιώσεις που πρέπει να έχουμε ως πολίτες από τους εκάστοτε πολιτικούς  της εποχής μας:

Ο Μαντίμπα ήταν πετυχημένος δικηγόρος και πρωτοπόρος στο αντικείμενό του καθώς είχε το μοναδικό νομικό γραφείο στη Ν. Αφρική που ήταν στελεχωμένο από «παιδιά της Αφρικής» και όχι από λευκούς αποικιοκράτες. Ακολουθώντας ένα τελείως διαφορετικό μονοπάτι, οι πολιτικοί του σήμερα είναι συνήθως αβροδίαιτοι επαγγελματίες-πολιτευτές, «αντιπρόσωποι» των πολιτών, δίχως καμία εργασιακή εμπειρία ή καταξίωση.

Το 1952 ο Μαντίμπα κινήθηκε στα βήματα του Μόχαντας “Μαχάτμα” Γκάντι και ξεκίνησε μια Ειρηνική Εκστρατεία κατά του απεχθούς Απαρτχάιντ που μάστιζε τη χώρα του.  Παρόλα αυτά, ο Μαντίμπα ήταν ένας απλός άνθρωπος και πολλές φορές υπέκυπτε σε σφάλματα πηγαίνοντας ενάντια και στην ίδια του τη φύση, πάντα όμως με γνώμονα το καλό της πατρίδος του. Το 1960 εκτελείται η «Σφαγή στο Sharpeville» όπου οι κατοχικές αστυνομικές δυνάμεις δολοφονούν 69 ειρηνικούς αφρικανούς διαδηλωτές. Εξοργισμένος ο Μαντίμπα αποδέχεται τη χρήση βίας για την απελευθέρωση της χώρας του. Μέσα από το λάθος τους αυτό ο Μαντίμπα θα εξαγνιστεί και θα αναδειχθεί ισχυρότερος από ποτέ. Ταυτόχρονα, κάθε σφάλμα, κάθε κακοδιαχείριση, κάθε απάτη και κάθε πράξη διαφθοράς από τους πολιτικούς του σήμερα φαίνεται πως γίνεται για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών και πολλές φορές ενάντια στο κοινό και συλλογικό συμφέρον.

Ο Μαντίμπα ήταν δεινός ρήτορας. Όταν συνελήφθη το 1962, αρνήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του στη δίκη και αντ’ αυτού εξέδωσε έναν τρίωρο πολιτικό λόγο υπέρ της Ελευθερίας της Αφρικανικής ηπείρου. Η ποινή εναντίον του ήταν ισόβια κάθειρξη. Η ίδια ρητορική τέχνη που δημιουργήθηκε κατά την αρχαιότητα και τελειοποιήθηκε από Έλληνες, έχει καταλήξει σήμερα να υποβαθμίζεται σε χέρια συκοφαντών και δημαγωγών.

Τα επόμενα δεκαοχτώ χρόνια ο Μαντίμπα θα τα περάσει σε ένα κελί διαστάσεων 2,4 επί 2,1 μέτρων. Το πάντα δημιουργικό πνεύμα του βρήκε διέξοδο στην κηπουρική τέχνη και στην επαφή και τη φροντίδα της φύσης. Μία από τις πολλές μικρές του μάχες στη φυλακή ήταν η διαρκής απαίτηση χώρου για τον κήπο του, υπερασπιζόμενος κατά αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα των πολιτικών κρατουμένων για αξιοπρέπεια. Στον ελεύθερο του χρόνου, πάντα ανοιχτόμυαλος και διορατικός, δίδασκε στους συγκρατούμενους του, μελετούσε το Ισλάμ ενώ προσευχόταν σαν Χριστιανός και μάθαινε την «Αφρικάανς» (τη γλώσσα των αποικιοκρατών) για να μπορεί να επικοινωνεί με τους λευκούς δεσμοφύλακες και να τους εντάξει στο σκοπό του. Ο Μαντίμπα θα παραμείνει φυλακισμένος για τρεις συνολικά δεκαετίες για να απελευθερωθεί το 1990 και να λάμψει με το χαμόγελό του όλη η ανθρωπότητα. Στον αντίποδα, οι πολιτικοί του σήμερα φαίνονται αδύναμοι να κατανοήσουν αντίθετες απόψεις και προοπτικές και περιχαρακώνονται σε κενά πολιτικο-ιδεολογικά στεγανά, διχάζοντας κατά αυτό τον τρόπο τους εαυτούς τους αλλά και τους υπόλοιπους πολίτες.

Ο Μαντίμπα ήταν εμπνευσμένος. Όταν αποφυλακίστηκε, μετά από δεκαετίες εξαθλίωσης και βασανιστηρίων, ο Μαντίμπα είχε μέσα του μόνο κατανόηση και αγάπη. Έχοντας συγχωρέσει ήδη τους βασανιστές και δεσμοφύλακές του, το μοναδικό του μέλημα ήταν η ομόνοια του έθνους του. Κατά αυτόν τον τρόπο ο Μαντίμπα είχε συλλάβει ένα χειροπιαστό εθνικό όραμα για τη χώρα του – τη συμφιλίωση. Αντιθέτως και κοιτώντας στο σήμερα, η μείωση του χρέους, η πάταξη της  φοροδιαφυγής ή η επίλυση του μεταναστευτικού δεν αποτελούν οράματα παρά μόνο «ενδιάμεσες» πολιτικές, οι διευθετήσεις των οποίων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάτι θετικό, μεγάλο, ενωτικό και δημιουργικό – ένα σύγχρονο όραμα που απουσιάζει για δεκαετίες από την Ελλάδα.

Ο Μαντίμπα ήταν υπεράνω ιδεολογιών. Με το τέλος του Απαρτχάιντ και τις επικείμενες εκλογές  ο Μαντίμπα έθεσε τον εαυτό του υπεράνω πολιτικών ιδεολογιών ενώ είχε ως μοναδικό μέλημα την πατρίδα του. Ο Μαντίμπα ήταν επίσης υπεράνω κομμάτων. Υπερκομματικός όπως ο Περικλής και ο George Washington, ο Μαντίμπα αποφάσισε με ευθυκρισία ως ο πρώτος Αφρικανός Πρόεδρος της χώρας του, να δημιουργήσει μια κυβέρνησης εθνικής ομόνοιας έτσι ώστε να εκπροσωπείται απόλυτα και η λευκή μειοψηφία. Κάνοντας το ένα βήμα παραπάνω, διόρισε τον F. W. de Klerk, τελευταίο πρόεδρο του Απαρτχάιντ, ως πρώτο Αναπληρωτή Πρόεδρο στην κυβέρνησή του. Οι σημερινές κυβερνήσεις συνεργασίας δημιουργούνται αποκλειστικά λόγω πολιτικού αποτελέσματος και έλλειψης αυτοδυναμίας – είναι δηλαδή υποχρεωτικοί συνασπισμοί αντιπάλων και όχι ειλικρινής αλληλοϋποστήριξη πολιτικών για το γενικότερο καλό και συμφέρον. Αυτό βέβαια είναι αναμενόμενο δεδομένης της σκληρής και απόλυτης κομματικοποίησης της πολιτικής ζωής στην εποχή μας και του μονοπωλίου της εξουσίας από τα κόμματα.

Ο Μαντίμπα ήταν ενωτικός. Υπέρμαχος της φιλοσοφικής έννοιας «ουμπούντου» (πίστη σε έναν οικουμενικό δεσμό που ενώνει όλη την ανθρωπότητα), ο Μαντίμπα κάλεσε ως Πρόεδρος το έθνος να συγχωρέσει τον εαυτό του και να ζήσει με ειρήνη και ομόνοια. Με το τέλος του Απαρτχάιντ και βλέποντας διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις λευκών και Αφρικανών έτοιμες να κατασπαράξουν τη χώρα με τη βία και το μίσος, ο Μαντίμπα αποφάσισε να καλέσει τον δεσμοφύλακα του στην πρώτη σειρά των επισήμων κατά την τελετή της προεδρικής του ορκωμοσίας και να δηλώσει με αυτό τον τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα: «Αν εγώ μπορώ να συγχωρέσω αυτόν που με φυλάκισε και με κακομεταχειρίστηκε, τότε σίγουρα μπορείτε και εσείς να συγχωρέσετε τους γείτονές σας». Οι πολίτες τον άκουσαν και οι προβοκάτορες έχασαν την επιχειρηματολογία των λόγων και των όπλων τους.  Οι ίδιοι προβοκάτορες σήμερα βρίσκουν χώρο για να εκφράσουν τη ρητορική του μίσους πατώντας πάνω στα διασπαστικά και εθνοκτόνα σχόλια των πολιτικών μας, οι οποίοι βασίζονται στην κοινωνική διχόνοια για να τραβήξουν τους πολίτες μακριά από τα δικά τους λάθη και ανεπάρκειες.

Ως δεινός πολιτικός, ο Μαντίμπα επέφερε την πολυπόθητη εθνική ειρήνη και ομόνοια μέσω υψηλής (υπουργοποίηση λευκών πολιτικών) αλλά και χαμηλής πολιτικής (υποστήριξη του Ράγκμπυ ως εθνικού αθλήματος). Σήμερα, κάθε έκφανση της πολιτικής πρακτικής φαίνεται πως έχει αποτύχει, ενώ η αποτυχία αυτή είναι και ο λόγος απαξίωσης της πολιτικής και της απομάκρυνσης των πολιτών από τα δημόσια θέματα.

Ο Μαντίμπα εκπροσωπούσε και εξέφραζε τους συμπολίτες του και στη διεθνή πολιτική σκηνή, όπου ως Γενικός Γραμματέας της «Κίνησης των Αδεσμεύτων Χωρών» κατηγόρησε το Ισραήλ για τις σοβινιστικές πολιτικές του κατά των Παλαιστινίων και μετέπειτα χαρακτήρισε ως «τραγωδία» την επέμβαση των Η.Π.Α. στο Ιράκ. Στον αντίποδα δεσπόζουν οι Έλληνες πολιτικοί, οι οποίοι ταγμένοι υπέρ της μίας ή της άλλη ξένης δύναμης, προχωρούν σε δηλώσεις και πράξεις που δεν εκφράζουν τους Έλληνες πολίτες.

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του Μαντίμπα ήταν η πολιτική ηθική και το πολιτικό μεγαλείο τα οποία τον οδήγησαν ως έναν σύγχρονο Cincinattus, στο να μην ξαναθέσει υποψηφιότητα για την προεδρία και να αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή μετά από μία μόνο θητεία, ενώ η επανεκλογή του σε περίπτωση που το επιθυμούσε θεωρείτο δεδομένη. Η εκλογή και τα πολιτικά αξιώματα φαίνονται όμως πως είναι το κυριότερο μέλημα των πολιτικών της χώρας μας οι οποίοι δεν διστάζουν να θεσιθηρούν και να θυσιάζουν πολιτικές απόψεις, συμμαχίες και ιδεολογίες για την πολυπόθητη εκλογική νίκη.

Το πλέον όμως σημαντικό ήταν πως ο Μαντίμπα συνέχισε να προσφέρει εθελοντικά, αδιάκοπα και ανιδιοτελώς στη χώρα και στους συμπολίτες του. Αμέσως μετά την αποχώρησή του από τα κοινά δημιούργησε ένα κοινωφελές Ίδρυμα, με σκοπό να καταπολεμήσει τη μάστιγα του HIV/AIDS, να προωθήσει την αγροτική ανάπτυξη και τη δημιουργία σχολείων. Αν και όλα τα ανωτέρω στοιχεία και χαρακτηριστικά είναι μοναδικά και ενώνοντάς τα μπορεί να αναδημιουργήσει κανείς το παζλ του μεγαλείου του Μαντίμπα, αξίζει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο τελευταίο στοιχείο αυτού του εμπνευσμένου πολιτικού, την διαρκή προσφορά του μετά την αποχώρηση από την πολιτική ζωή. Όταν δηλαδή κάθε του πράξη δεν είχε πολιτικό σκοπό ή σκοπιμότητα αλλά εξέφραζε τον ειλικρινή του πόθο για προσφορά. Έναν πόθο που σίγουρα δεν μοιράζονται οι πολιτικοί του σήμερα οι οποίοι αντί να χρησιμοποιούν το πολιτικό τους κεφάλαιο για να προσφέρουν στους πολίτες, αντιθέτως εκμεταλλεύονται τη φήμη τους για ιδιοτελείς σκοπούς: προσωπική και επαγγελματική επιτυχία για το άμεσο κοινωνικό τους περιβάλλον και φυσικά για τους ίδιους. Την ίδια επαγγελματική επιτυχία που όπως προαναφέρθηκε δεν κατέκτησαν ποτέ πριν ασχοληθούν με την πολιτική..

Η περαιτέρω σύγκριση με τον Μαντίμπα βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη.

Είναι αλήθεια πως δεν υπάρχουν πολιτικοί του αναστήματος του Μαντίμπα πουθενά σήμερα στον κόσμο. Κανείς πολιτικός της εποχής μας δεν μοιράζεται τα ευγενή χαρακτηριστικά του. Δίχως αυτά βέβαια, η πολιτική δεν μπορεί να θεωρηθεί πως δρα υπέρ των πολιτών και εύλογα λοιπόν συμπεραίνεται πως η κατωτέρου τύπου πολιτική δεν υπηρετεί ποτέ τους πολίτες. Σε μια εποχή λοιπόν που οι πολίτες δεν εκπροσωπούνται από μεγάλους και εμπνευσμένους πολιτικούς οι διέξοδοι για την κοινωνία είναι δύο. Η προφανής διέξοδος είναι η αναμονή για έναν υπερ-πολιτικό, ένα πολιτικό-σωτήρα. Η διέξοδος που μας προσφέρει όμως η ιστορία του Μαντίμπα είναι διαφορετική – προϋποθέτει την άμεση συμμετοχή των πολιτών, με τη μορφή κινήματος, ή όπως θα το ονομάζαμε στην Ελλάδα, προϋποθέτει Δημοκρατία. Η ιστορία του Μαντίμπα δεν είναι η ιστορία ενός ήρωα που οι πολιτικοί του σήμερα θα ήθελαν να πιστεύουμε. Είναι η ιστορία όλων αυτών των ανθρώπων της Ν. Αφρικής που υπερέβησαν τους εαυτούς τους όπως οι Walter Sisulu, Ahmed Kathrada, Steven Biko και Oliver Tambo. Κυρίως όμως είναι η ιστορία των απλών πολιτών που διψούσαν για Ελευθερία και Δικαιοσύνη. Των χιλιάδων πολιτών που διαμαρτυρήθηκαν, αγωνίσθηκαν, υπέφεραν και τελικά νίκησαν το Απαρτχάιντ και το μίσος στη Νότια Αφρική. Ήταν η συλλογική προσπάθεια και συμμετοχή αυτών των ανθρώπων που έγραψε μία από τις πιο επικές και ηρωικές ιστορίες του 20ου αιώνα.

Η ιστορία του Μαντίμπα λοιπόν απλώνει το φως στη για καιρό ξεχασμένη ιστορία της συμμετοχής, και της Δημοκρατίας. Την ιστορία της στιγμής που οι πολίτες αποκτούν την εξουσία στα χέρια τους και αναδημιουργούν την πολιτική πραγματικότητα και τη ζωή τους.

Δεν νομίζω πως είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος που θα το πει, αλλά θεωρώ πως πρέπει να ευγνωμονούμε την αρχαία και περήφανη Αφρικανική ήπειρο που χάρισε τον Μαντίμπα στην ανθρωπότητα. Ο Τάτα (πατέρας) του Νοτιοαφρικανικού έθνους, θα μας υπενθυμίζει για πάντα και για όσο υπάρχει Ιστορία, τι σημαίνει ευγενής πολιτική προσφορά και θα προκαλεί τους πολιτικούς της κάθε εποχής να υπερβούν τους εαυτούς τους και να ακολουθήσουν τα βήματα και τα επιτεύγματα μεγάλων πολιτικών προσωπικοτήτων, όπως του Νέλσον “Μαντίμπα” Μαντέλα.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΟΜΠΑΜΑ ΚΑΙ ΣΥΡΙΑ: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

«Είμαστε σαφείς προς το καθεστώς Άσαντ, αλλά και προς άλλους παίκτες στην περιοχή, πως από τη στιγμή που δούμε χημικά όπλα να κινούνται ή να χρησιμοποιούνται, αυτό θα ήταν για εμάς μια κόκκινη γραμμή. Κάτι τέτοιο θα άλλαζε τους υπολογισμούς μου, θα άλλαζε την εξίσωση».

— 20 Αυγούστου 2012, Μπαράκ Ομπάμα

 

Ο Μπαράκ Χουσέιν Ομπάμα δεν επιθυμεί την εμπλοκή στη Συρία. Το παραπάνω ρητορικό λάθος φαίνεται πως προκαλεί πολλά προβλήματα στον Πρόεδρο των Η.Π.Α. και στην υστεροφημία που πασχίζει να εξασφαλίσει από το 2008. Ας μην ξεχνάμε πως ο κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης (2009) έχει καταφέρει να δώσει ουσιαστικά τέλος στους πολέμους που βάραιναν τη χώρα του (Ιράκ – Αφγανιστάν), έβαλε τις Η.Π.Α. για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της να πολεμήσει από τα μετόπισθεν στη μεγάλη και νόμιμη βάσει του διεθνούς δικαίου στρατιωτική επιχείρηση στη Λιβύη, και επέμεινε στη χρήση αποκλειστικά οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν. Σε όλες αυτές τις δύσκολες αποφάσεις ο συνετός Ομπάμα αντιμετώπισε πολιτικούς αντιπάλους από το Ρεπουμπλικανικό αλλά και το Δημοκρατικό κόμμα.

Παρόλα αυτά, κρίνοντας πως το καθεστώς Άσαντ ξεψυχούσε, το 2012 προέβη σε επικοινωνιακό λάθος και ενέπλεξε τη χώρα του στον πόλεμο της Συρίας. Δυστυχώς για αυτόν, διάφοροι παίκτες και συμφέροντα όπως οι Ισραηλινοί, τα «γεράκια» των Η.Π.Α.  (Γερουσιαστές Μακέην, Γκράχαμ, κτλ.) αλλά και διεθνή μέσα αποφάσισαν να τον εγκαλέσουν για την φράση της «κόκκινης γραμμής» και να τον πιέσουν για στρατιωτική επέμβαση. Μια επέμβαση που ο ίδιος ουδαμώς δεν επιθυμεί, λόγω της οικονομικής επιβάρυνσης της χώρας του, της διεθνούς φήμης των Η.Π.Α. αλλά και της δικής του, καθώς και της υστεροφημίας του ως διπλωμάτης πολιτικός με ευθυκρισία, υπέρμαχος του δικαίου και της πολιτικής ηθικής κατά τα πρότυπα του Τζον Κένεντυ. Για τον λόγο αυτό λοιπόν φαίνεται να αναζητεί δύο πιθανές διεξόδους, είτε να βρει έναν τρόπο να αποφύγει τελείως το στρατιωτικό χτύπημα, είτε να βρει συμμάχους με τους οποίους θα επιμεριστεί την πολιτική και ιστορική ευθύνη μιας περιορισμένης επιχείρησης.

Οι νόμιμοι σύμμαχοι είναι τα Ηνωμένα Έθνη. Με τον Γ.Γ. Μπαν Κι-Μουν όμως να καλεί για συγκράτηση και διπλωματική λύση, και Ρωσία – Κίνα να υπόσχονται την αρνησικυρία, μια νόμιμη επίθεση πρέπει να θεωρείται απίθανη. Η ίδια η φύση του Συριακού εμφυλίου καθιστά οποιαδήποτε εξωτερική επέμβαση παράνομη βάσει του διεθνούς δικαίου καθώς η Συρία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος των Συνεδρίων για τα Βιολογικά (1972) και τα Χημικά Όπλα (1993). Είναι προφανές λοιπόν, πως τα Η.Ε. δεν δύνανται να παρέχουν στον Ομπάμα τη διέξοδο που χρειάζεται από την κρίση.

Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με τους μέχρι πρότινος βέβαιους συμμάχους, Γαλλία και Αγγλία. Η Γαλλία, αποδυναμωμένη από την πρόσφατη επιχείρηση στο Μάλι και από χρόνια οικονομική δυσχέρεια, αμφιταλαντεύεται, ενώ καθίσταται σαφές πως δεν πρόκειται να επιτεθεί δίχως τις Η.Π.Α. Επιπλέον, παρατηρώντας τη δυναμική των εξελίξεων (64% των Γάλλων διαφωνούν με μια πιθανή επέμβαση) ο Πρόεδρος Ολάντ συγκαλεί αυτή τη βδομάδα τη Βουλή να συζητήσει για το θέμα, αν και δεν απαιτείται η έγκριση του Κοινοβουλίου για στρατιωτική επίθεση.

Ταυτόχρονα, η Αγγλία μετά την ταπεινωτική ήττα του Κάμερον στη Βουλή των Κοινοτήτων είναι de facto και de jure εκτός. Αξίζει να σημειωθεί πως τα αμφίβολα «πειστήρια» που παρουσίασαν οι Συντηρητικοί για την χημική επίθεση, δεν έπεισαν μέχρι και μέλη του κόμματός τους. Η ιστορία φαίνεται με το μέρος των βουλευτών που καταψήφισαν την πρόταση Κάμερον μιας και δεν δόθηκε σαφής απάντηση στην ερώτηση qui bono; Ποιος δηλαδή ωφελήθηκε από το χημικό χτύπημα; Σίγουρα όχι ο Άσαντ. Αφενός λοιπόν η έλλειψη κινήτρου του καθεστώτος και αφετέρου το φιάσκο του 2003 για τα ανύπαρκτα Ιρακινά όπλα μαζικής καταστροφής, οδήγησαν τους Άγγλους βουλευτές στον φόβο για το πολιτικό κόστος και στην στρατιωτική αποχή.

Ένας φόβος που έχει κυριεύσει και Αμερικανούς πολιτικούς. Όλοι θυμούνται την άνοδο του Ομπάμα στις προκριματικές προεδρικές εκλογές του 2008 όταν η Χίλαρι Κλίντον αποφάσισε να κρατήσει σκληρή στάση και τάχθηκε υπέρ της κλιμάκωσης του πολέμου στο Ιράκ. Το λεγόμενο «φαινόμενο Κλίντον» έχει τρομοκρατήσει αρκετούς Δημοκρατικούς βουλευτές οι οποίοι αναγνωρίζουν την αντι-πολεμική φρόνηση των ψηφοφόρων τους και είναι πιθανό να διστάσουν να υπερψηφίσουν την πρόταση του Ομπάμα στο Κογκρέσο για εμπλοκή στη Συρία. Ταυτόχρονα, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα βιώνει την άνοδο αντιιμπεριαλιστικών τάσεων στο εσωτερικό του (οι Libertarians του Ραντ Πολ) και ενώ η Άνω Βουλή (Γερουσία) φαίνεται πως θα υπερψηφίσει την πρόταση Ομπάμα, η Κάτω Βουλή που ελέγχεται από Ρεπουμπλικάνους φαίνεται αβέβαιη. Και αυτό διότι οι βουλευτές της Κάτω Βουλής ενδιαφέρονται περισσότερο για τις επικείμενες προκριματικές εκλογές παρά για τον άμαχο πληθυσμό της Συρίας. Το σημαντικότερο όμως είναι πως η πόλωση των δύο κομμάτων είναι μεγαλύτερη από ποτέ και πως για πρώτη φορά βλέπουμε τις εσωτερικές διαμάχες (δανεισμός, αγροτική πολιτική, μεταναστευτικό, υγεία) να επηρεάζουν την κοινή εξωτερική πολιτική των κομμάτων.

Ο μεγαλύτερος όμως πιθανός σύμμαχος αλλά και στόχος της επικοινωνιακής πολιτικής και δημηγορίας του Ομπάμα είναι η Αμερικανική κοινή γνώμη. Δεδομένου του επικείμενου τέλους της πολιτικής του καριέρας το 2016 και της ανάγκης για δημοφιλείς πολιτικές που θα διατηρήσουν την Προεδρία σε Δημοκρατικά χέρια, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι είναι ο σημαντικότερος μέτοχος του Ομπάμα. Παραπάνω από το 50% των Αμερικανών πολιτών δεν επιθυμεί την εμπλοκή των Η.Π.Α.. Επιπλέον, τίθεται ως προϋπόθεση η διασφάλιση της κυβέρνησης πως ένα στοχευμένο χτύπημα κατά των πέντε μεγάλων χημικών εγκαταστάσεων της Συρίας δεν θα έχει καταστροφικές συνέπειες όπως την κατάληψη εναπομεινάντων όπλων από τους ισλαμιστές αντάρτες της Αλ-Νούσρα ή την διαρροή χημικών καταλοίπων της τοξικής ουσίας «σαρίν» στην ατμόσφαιρα.

Με τους Άγγλους εκτός εξισώσεως και τους Γάλλους στην εφεδρεία, η Κυβέρνηση εξετάζει εναλλακτικούς συμμάχους όπως την Τουρκία, την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι σίγουρα δημοφιλές στους Αμερικανούς πολίτες τους οποίους ο Ομπάμα θα προσπαθήσει επιπλέον να πείσει πως δεν πρόκειται να επαναλάβει τα μυωπικά και παράνομα βήματα του προκατόχου του. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές διεργασίες και υποσχέσεις έχουν ξεκινήσει για τα καλά στην Ουάσινγκτον καθώς το Κογκρέσο πρόκειται να συνέλθει στις 9 Σεπτεμβρίου – δίνοντας εσκεμμένα χρόνο αντίδρασης σε όλες τις πλευρές, συμπεριλαμβανομένου και του Άσαντ. Μια πιθανή καταψήφιση από το Κογκρέσο, σύμφωνα με το σκεπτικό του Ομπάμα, θα του έλυνε τα χέρια και θα άνοιγε το δρόμο σε εναλλακτικές παρεμβάσεις (εξοπλισμό των ανταρτών, πίεση για πολιτική/διπλωματική λύση, κτλ.)

Ο Μπαράκ Ομπάμα βαλλόμενος πανταχόθεν από πιέσεις και αδιέξοδα φαίνεται να μάχεται για την μικρότερη δυνατή επέμβαση: ένα στοχευμένο χτύπημα που θα έχει την υπογραφή των περισσότερων δυνατών συμμάχων, του Κογκρέσου, λοιπών χωρών και της Αμερικανικής κοινής γνώμης. Η προσπάθεια του για έλεγχο και περιορισμό της κατάστασης φαντάζει πρωτοπόρα για τη χώρα του και εμπνέει αισιοδοξία. Ας ελπίσουμε οι συνεχιστές του να παραδειγματιστούν και να απαρνηθούν για πάντα τις απάνθρωπες πολιτικές του παρελθόντος.

 

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 05/09/2013

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 2 Comments

Η ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΙΣΛΑΜΙΚΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Η περήφανη Περσία ξεκίνησε την ένδοξη ιστορία της τον 9ο αιώνα π.Χ. Επιβιώνοντας στρατών και κατακτητών κατέληξε σε ένα ιδιόμορφο πολίτευμα το οποίο αν και (καταχρηστικά) χρησιμοποιεί τον όρο Δημοκρατία, δεν έχει καμία σχέση με το αρχαίο Ελληνικό πολίτευμα. Η θεοκρατική πολιτεία του Ιράν, βρέθηκε στη σύγχρονη εποχή αντιμέτωπη με σειρά δυτικό-ελεγχόμενων οικονομικών αλλά και στρατιωτικών απειλών, τις οποίες και υπερέβη.

Οι εξελίξεις όμως στην περιοχή δημιουργούν ισχυρές προκλήσεις για την Ισλαμική Δημοκρατία σε βαθμό που να κρίνεται πλέον η επιβίωση του ίδιου του καθεστώτος. Οι εξαντλητικές οικονομικές κυρώσεις της Δύσης έχουν καταπνίξει την οικονομία. Το Ιρανικό ριάλ το 2012 έπεσε 10% λόγω του εμπάργκο του Ιρανικού πετρελαίου. Οι ίδιες κυρώσεις οδήγησαν τον πληθωρισμό στο 40% και τους νέους ανέργους στο 33%. Ας μην ξεχνάμε πως την περίοδο 2009-2011 και πριν ενταθούν οι οικονομικές κυρώσεις, το Ιράν ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου του ΟΠΕΚ.  Ταυτόχρονα, το Ιράν παρακολουθεί αγωνιωδώς την αποδυνάμωση του ισχυρότερου συμμάχου, του Μπασάρ αλ Ασάντ, ενώ περικυκλώνεται από εχθρούς και αντιπάλους. Επιπλέον, ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες ανεφοδιασμού της Λιβανέζικης Χεζμπολά, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται ακόμα περισσότερο η επιρροή του Ιράν στην περιοχή. Με την Ισραηλινή ηγεσία ισχυρή όσο ποτέ, την Παλαιστινιακή Χαμάς πρόθυμη να διαπραγματευτεί με τη Δύση και τους τακφίρις να στοχοποιούν τους Σιίτες, διακρίνεται ξεκάθαρα ένα ευρύτερο σχέδιο καταστροφής του Ιρανικού καθεστώτος. Η Ισλαμική Δημοκρατία φαίνεται να βάλλεται πανταχόθεν και να πολεμάει για την ίδια την ύπαρξή της.

Σε μία τόσο κρίσιμη στιγμή για τη χώρα ο μόνος που θα μπορούσε να διασώσει την κατάσταση είναι ο «θεϊκός υπέρμαχος» του Ιράν, ο Ανώτατος Ηγέτης και απόλυτος κυρίαρχος της χώρας, ο Αγιατολά Αλί Χαμενέι.

Ο προνοητικός Χαμενέι αναζητούσε από το 2009 μια πολιτική διέξοδο. Συγκεκριμένα, έψαχνε ένα νέο και έμπιστo πολιτικό πρόσωπο για να αντικαταστήσει τον προβληματικό και φθαρμένο Αχμεντινεντζάντ και να ξανανοίξει τον δίαυλο επικοινωνίας με τις Η.Π.Α.. Ο ίδιος βέβαια δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδεχθεί κάτι τέτοιο δημόσια. Επίσης, η ιδιαίτερη φύση του Ιρανικού πολιτεύματος απαγορεύει στον Χαμενέι να κινηθεί μέσω της παραδοσιακής πολιτικής οδού και να προσεγγίσει τις Η.Π.Α. πίσω από τις κάμερες. Η Ισλαμική Δημοκρατία αυτοπροσδιορίζεται ως μια Αξιοκρατία Ηθικής και Πνεύματος και συνεπώς ο Ηγέτης της δεν θα μπορούσε ποτέ να κινηθεί ανήθικα ή να φανεί αδύναμος στους αντιπάλους του. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο Χασάν Ρουχανί.

Από το 1965 και για μισό αιώνα, ο Σιίτης κληρικός υπηρετεί τη Θεοκρατία της Περσίας. Στις  3/8/13 ο Ρουχανί ορκίζεται πρόεδρος του Ιράν αντικαθιστώντας τον απερχόμενο Αχμεντινεντζάντ.  Ιδεολογικά ο νέος Πρόεδρος ανήκει στους φερόμενους μεταρρυθμιστές μεταξύ των οποίων είναι και οι τέως πρόεδροι Ραφσανζανί και Χαταμί. Αντίθετα όμως με τους προκατόχους του, οι σχέσεις του με τον Ανώτατο Ηγέτη αλλά και με την ιεροσύνη, τον καθιστούν επί της ουσίας έναν συντηρητικό υποστηρικτή του καθεστώτος.

Δύο ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τον Χαμενέι στην επιλογή Ρουχανί. Ο πρώτος είναι η δημοτικότητά του Ρουχανί και η πίστη του στο καθεστώς. Ο ίδιος, δημοφιλής λόγω της συμμετοχής του στον πόλεμο με το Ιράκ, υπηρέτησε πιστά την Ισλαμική Δημοκρατία ως αντιπρόεδρος του κοινοβουλίου, ως Γ.Γ. του Ανώτατου Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, ως διαπραγματευτής για πυρηνικά θέματα, κ.α. Επιπλέν, οι προεκλογικές του υποσχέσεις για κοινωνικές ελευθερίες – κατόπιν υποδείξεως του Χαμενέι – ενίσχυσαν την πολιτική του εικόνα.

Ο δεύτερος λόγος επιλογής Ρουχανί είναι η σχέση του με τη Δύση. Ο δυτικο-σπουδαγμένος Ρουχανί, ως διαπραγματευτής της χώρας του διέκοψε τον εμπλουτισμό ουρανίου για μια διετία, ενώ το 1985 συμμετείχε στην υπόθεση «Ιράν-Κόντρας». Ταυτόχρονα, οι δυτικής παιδείας και νοοτροπίας πολιτικοί του ακόλουθοι, όπως ο Ακμπάρ Τορκάν, άσκησαν κριτική στους απερχόμενους υπουργούς κατηγορώντας τους για διαστρέβλωση στοιχείων, κρατώντας έτσι σαφείς αποστάσεις από την ιταμή προσωπικότητα του Αχμεντινεντζάντ.

Ο Ανώτατος Ηγέτης λοιπόν, αποφάσισε στρατηγικά και στοχευμένα την εκλογή του έμπιστου και φιλοδυτικού Ρουχανί κλείνοντας το μάτι στις Η.Π.Α. για μια νέα τάξη πραγμάτων μεταξύ των δυο χωρών. Αναγνωρίζοντας την ευκαιρία, ο Λευκός Οίκος μία μέρα μετά τις εκλογές, υποστήριξε σιωπηρά την προσπάθεια του Χαμενέι μειώνοντας τις οικονομικές κυρώσεις εναντίον του Ιράν.

Αναλύοντας την κατάσταση, η αλλαγή της Ιρανικής πολιτικής δεν βασίζεται στις πολιτικές ιδέες του νέου προέδρου, αλλά στην αδήριτη ανάγκη του Χαμενέι για πολιτική διέξοδο και στην ευκαιρία που παρέχει το τέλος εποχής με την αποχώρηση Αχμεντινεντζάντ. Ο πρόεδρος του Ιράν, παραμένει απόλυτα ελεγχόμενος από τον Χαμενέι, και η πολιτική εξουσία συνεχίζει να εκφράζει τη θέληση του Ηγέτη και όχι των πολιτών. Ταυτόχρονα, οι Η.Π.Α. φαίνονται σε ένα βαθμό πρόθυμες να συζητήσουν. Τα οφέλη της κυβέρνησης Ομπάμα μπορεί να είναι και μονομερή. Ταυτόχρονα, μια εξομάλυνση των σχέσεων με το Ιράν θα μπορούσε να επιφέρει πολιτική πίεση στους λοιπούς συμμάχους των Η.Π.Α. (Ισραήλ, Τουρκία) και να δώσει πολιτική ισχύ και προβολή στους πραγματικούς μεταρρυθμιστές και φιλοδυτικούς της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι η βελτίωση των σχέσεων με τις Η.Π.Α. που θα επιχειρήσει ο Ρουχανί κατ’ εντολή του Χαμενέι, είναι δυνατόν να επιφέρει ριζικές αλλαγές στην περιοχή γενικότερα, και ειδικότερα στη Συρία, το Ισραήλ, τη Σ. Αραβία και το Λίβανο.

 

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 14/08/2013

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ

Από τη Δημοκρατία στην ψευδο-δημοκρατία

Ενώ η Αθήνα βρισκόταν στον Χρυσό της Αιώνα, την ίδια στιγμή, κάπου κοντά αλλά ταυτόχρονα πολύ μακριά, μια άλλη πόλη δημιουργούσε κάτι νέο. Κάτι πανίσχυρο που θα κλόνιζε τη Μεσόγειο και θα κυριαρχούσε στον γνωστό τότε κόσμο.

Το 509 π.Χ. καταλύεται η μοναρχία στο Ρωμαϊκό Βασίλειο και τη θέση της αναλαμβάνει ένα νέο και αυτοδύναμο πολίτευμα. Την στιγμή αυτή η Ρώμη αναδεικνύει τη σπουδαιότερη προσφορά της στο πολιτικό πάνθεον της ανθρωπότητας: το πολίτευμα που ονομάζεται Republic (Res Publica Romana)[1]. Μέχρι το 300 π.Χ. το πολίτευμα αυτό είχε αποκρυσταλλωθεί. Στα ηνία του πολιτεύματος βρέθηκε ένα νέο και μοναδικό πολιτικό σώμα, το οποίο ονομάσθηκε Senatus. Η “Γερουσία” ήταν μια ιδέα που ξεκίνησε από την αρχαία Σπάρτη (το συμβούλιο των γερόντων του Λυκούργου), όπως ακριβώς ήταν και η ιδέα των δύο Υπάτων, που είχε βασιστεί στους δύο Βασιλείς των Λακεδαιμονίων. Εδώ λοιπόν αναδεικνύεται μια μεγάλη αλήθεια. Το πολίτευμα που δημιουργήθηκε στη Ρώμη ήταν βασισμένο πάνω σε μια Ολιγαρχία, αντίθετο και επιθετικό της Δημοκρατίας. Η καινοτομία της Republic ήταν η δημιουργία φαινομενικών “αντιπροσώπων” των πολιτών, όπου οι πολίτες εγκατέλειπαν την διακυβέρνηση σε μια επαγγελματική Ολιγαρχία τέτοιου είδους αντιπροσώπων. Αντιπρόσωποι οι οποίοι ουσιαστικά εκπροσωπούσαν την εκάστοτε ελίτ της Ρώμης[2]. Η Γερουσία στο απόγειο της δύναμής της ανεδείχθη στο ισχυρότερο πολιτικό σώμα στην ιστορία του ανθρώπου μέχρι και σήμερα. Οι απεσταλμένοι της στον γνωστό κόσμο είχαν την πολιτική ισχύ υψηλόβαθμων διπλωματών, ενώ το ίδιο το σώμα ήλεγχε την Εκτελεστική, τη Νομοθετική αλλά και τη Δικαστική Εξουσία της Ρώμης. Η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών που πρώτος ανέπτυξε ο Αριστοτέλης και έκανε ευρέως γνωστή ο Montesquieu το 17ο αιώνα, είχε καταλυθεί από το πανίσχυρο σώμα της Γερουσίας.

Τα δύο κόμματα που συμμετείχαν στη Γερουσία, οι Populares (υποστηρικτές των πολιτών) και οι Optimates (άριστοι) ήταν και τα δύο αριστοκρατικά και στην ουσία αποτελούσαν την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία (ελίτ) της εποχής. Για την διατήρηση και αυτοσυντήρησή της, η Γερουσία χρησιμοποίησε διάφορες δημοκρατικοφανείς μεθόδους, όπως αυτή των εκλογών, ενώ στην ουσία έψαχνε και έβρισκε νομιμοποίηση απέναντι στους πολίτες μέσω των δημοκρατικών αυτών τεχνασμάτων. Κάθε φορά που κάποιος Ρωμαίος προσπάθησε να αναδειχθεί μέσω των εκλογών αυτών και να εκπροσωπήσει τους πολίτες και το δημόσιο καλό, όπως συνέβαινε σε μια Δημοκρατία, οι Ολιγάρχες της Γερουσίας τον δολοφονούσαν. Το μεγαλύτερο παράδειγμα εδώ είναι η δολοφονία του Τιβέριου Γράκχου, το 2ο αιώνα π.Χ., καθώς προσπαθούσε να υποστηρίξει τον αναδασμό της γης. Ο αδελφός του Γάιος Γράκχος, δέκα χρόνια αργότερα, αγωνίσθηκε για τον ίδιο πολιτικό στόχο και δολοφονήθηκε και αυτός επίσης από την Γερουσία.

Καθίσταται λοιπόν σαφές πως η Republic ήταν ένα πολίτευμα που δημιουργήθηκε στην αρχαία Ρώμη και ήταν εξ αρχής και επί της ουσίας μία Ολιγαρχία, με ανύπαρκτο διαχωρισμό Εξουσιών, με αντιπροσώπους των πολιτών, και φαινομενικά Δημοκρατικές ιδέες.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ. ο Οκταβιανός αποδεκάτισε τη στρατιωτική δύναμη του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας της Φιλοπάτορος στη Ναυμαχία του Ακτίου στο Ιόνιο πέλαγος, λίγο έξω από τη σημερινή πόλη της Πρέβεζας. Ως αποτέλεσμα της νίκης του αυτής, ο Οκταβιανός ανεδείχθη ως ο απόλυτος κυρίαρχος της Ρώμης και του γνωστού κόσμου. Το 27 π.Χ. ο Οκταβιανός υιοθέτησε τον τίτλο Princeps Civitatis (“Πρώτος Πολίτης”), διέλυσε την Republic και εγκαθίδρυσε το Imperium Romanum, γνωστό σε όλους μας ως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Γερουσία ήταν αυτή που του έδωσε τον τίτλο “Αύγουστος“, τον οποίο και υιοθετούσαν εφ’ εξής οι διάδοχοι αυτοκράτορες του Οκταβιανού. Έτσι, κάπως άδοξα, τελείωσε το μοναδικό αυτό πολίτευμα της Republic, το οποίο όμως δεν έμελλε να σβήσει εντελώς.

Η Ρωμαϊκή και μετέπειτα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επέζησαν για χρόνια σε μια εποχή που ολόκληρος ο γνωστός κόσμος υπέκυψε για ακόμα μια φορά σε μοναρχικού τύπου πολιτεύματα: Αυτοκρατορία, Τυραννίδα, Βασιλεία. Θα χρειαστεί να περάσουν δεκαοχτώ αιώνες για να υπάρξει και πάλι η ευκαιρία δημιουργίας κάτι νέου: ενός πολιτικού οικοδομήματος το οποίο δεν θα αποτελούσε μοναρχία.

 

Δημοκρατία ή Republic: το μεγάλο δίλημμα

Το 1774 ο Thomas Jefferson συνέταξε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Η.Π.Α. και οι πρώην Αγγλικές αποικίες επαναστάτησαν εναντίον της Βασιλείας και της εκμετάλλευσης από την Μεγάλη Βρετανία. Το μένος των πολιτών των Η.Π.Α. έναντι του Βασιλιά Γεώργιου του 3ου, οδήγησε σε μία τελεσίδικη άρνηση των “Αμερικανών” απέναντι σε κάθε τι μοναρχικό και αυταρχικό για το πολίτευμά που σκόπευαν να υιοθετήσουν.

Αφού κατέκτησαν την πολυπόθητη ανεξαρτησία τους, οι Η.Π.Α. στράφηκαν στους λιγοστούς και εμπνευσμένους ηγέτες αυτής της περιόδου για την πολιτική καθοδήγηση του νεοσύστατου κράτους. Οι ηγέτες αυτοί, οι “Πατέρες και Ιδρυτές των Η.Π.Α.“, ήταν μια πολυφωνική και ποικιλόμορφη ομάδα, η οποία ήταν επί της ουσίας μία πολιτική αλλά και οικονομική ελίτ. Η ελίτ αυτή είχε πρωτοδημιουργηθεί στις τοπικές βουλές των αποικιών, και έπειτα στις συνελεύσεις του Ηπειρωτικού Κογκρέσου, στο οποίο οι απλοί πολίτες δεν είχαν ούτε φωνή, ούτε εκπροσώπηση, αλλά πολλές φορές ούτε καν γνώση και ενημέρωση για το τι συνέβαινε.

Οι Πατέρες λοιπόν του Αμερικανικού Έθνους ήταν και οι συντάκτες του Συντάγματος των Η.Π.Α. το οποίο υιοθετήθηκε το 1787[3]. Κατά την διάρκεια των συζητήσεων των “Πατέρων”, οι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι Αμερικανοί πολιτικοί βρέθηκαν απέναντι σε ένα κυριολεκτικά πολύ σοβαρό δίλλημα. Συνειδητοποίησαν πως σε αντίθεση με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους στην ιστορία του κόσμου, είχαν μια μοναδική ευκαιρία να αποφασίσουν οι ίδιοι τη μοίρα και το πολίτευμά τους, χωρίς καμία επιρροή από εχθρούς, συμμάχους, γείτονες και ξένες δυνάμεις. Το δίλλημα, λοιπόν, ήταν ανάμεσα σε δύο πολιτεύματα, τα οποία ήταν υποψήφια για υιοθέτηση από τις Η.Π.Α. Το ένα ήταν το Ελληνικό πολίτευμα της Δημοκρατίας. Οι Πατέρες των Αμερικανών ήταν μεγάλοι θιασώτες του Ελληνικού πνεύματος, κυρίως της τέχνης και της φιλοσοφίας. Αντιθέτως, για θέματα πολιτικής πρακτικής και ρητορικής αντλούσαν την έμπνευσή τους από την αρχαία Ρώμη. Ταυτόχρονα, έκριναν και αποφάσισαν πως το πολυπληθές νεοσύστατο κράτος δεν θα μπορούσε να αντέξει, να καταστεί διαχειρίσιμο και να διοικηθεί εύκολα μέσω του Ελληνικού πολιτεύματος της Δημοκρατίας. Ο Πατέρας του Συντάγματος, James Madison, βλέποντας προς την Καλιφόρνια και διακρίνοντας την πιθανή εξάπλωση προς την Δύση, πίστεψε πως το μέγεθος της χώρας του θα χρειαζόταν κάτι διαφορετικό από τη Δημοκρατία. Άλλοι πάλι Πατέρες, όπως ο Alexander Hamilton, συμφώνησαν μαζί με τον Madison αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ο Hamilton πίστευε ότι μόνο μία ομάδα αρίστων και επίλεκτων θα μπορούσε να διαχειριστεί τα κοινά. Ενώ βέβαια ο ίδιος οραματιζόταν μια αριστοκρατία, ο φόβος του και το μίσος του για τον “όχλο” και τις “μάζες” τον έκαναν ανίκανο να συνειδητοποιήσει ότι υιοθετώντας το Ρωμαϊκό πολίτευμα της Republic, οδηγούσε ουσιαστικά τις Η.Π.Α. σε μία νέα αλλά κλασικού τύπου Ολιγαρχία. Μία Ολιγαρχία που αποτελείτο αφενός από την οικονομική ελίτ του Βορρά και αφετέρου από τους γαιοκτήμονες του Νότου, η οποία μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο κατέληξε στην απόλυτη Ολιγαρχία του Βορρά και του χρήματος, και της πολιτικής και οικονομικής ελίτ που κυβερνάει την ήπειρο μέχρι και στις μέρες μας.

Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, την ώρα που η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στο σκότος της Μοναρχίας και η Δημοκρατία ήταν παγκοσμίως ανύπαρκτη και απούσα, η Republic επανεμφανίστηκε στην ανθρωπότητα και αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένη να παραμείνει.

Η περίπτωση της Γαλλίας

Το 1789 η ανθρωπότητα επαναστατεί για ακόμη μια φορά κατά της Βασιλείας, συγκεκριμένα στη Γαλλία. Στις 14 Ιουλίου του 1789 οι Γάλλοι επαναστάτες λεηλατούν την Βαστίλη και αναγκάζουν τον Λουδοβίκο 16ο να συνθηκολογήσει. Η Νομοθετική Βουλή που προέκυψε ως το κυρίαρχο πολιτικό σώμα μετά την επανάσταση, είχε ως μοναδικό αλλά και πρόσφατο οδηγό επιτυχίας το Αμερικανικό Σύνταγμα του 1787 και προχώρησε αμέσως στην υιοθέτηση του Ρωμαϊκού πολιτεύματος της Republic[4]. Και σε αυτήν την περίπτωση, όπως και στην Αμερικανική, οι νόμοι δεν αποφασίζονταν απευθείας από κάθε πολίτη, όπως είχε πει ο Rousseau, αλλά μέσω των “αντιπροσώπων” τους, όπως πρέσβευε ο Sieyès.

Η Ολιγαρχία που δημιουργήθηκε στην επαναστατική Γαλλία, εξέφραζε τα συμφέροντα της αριστοκρατίας, μέλη της οποίας αποτελούσαν και την πλειοψηφία της Νομοθετικής Βουλής (π.χ. Marquis de La Fayette, πολιτική ομάδα των Feuillants, κτλ.). Η Republic αυτή ήταν θνησιγενής εξ αρχής και η μεγάλη οικονομική κρίση, οι ήττες στον πόλεμο με την Βοημία, την Αυστρία και την Ουγγαρία, και η συνειδητοποίηση των πολιτών ότι αντάλλαξαν το τυραννικό καθεστώς του Λουδοβίκου με την τυραννίδα των πλουσίων και των ευγενών, οδήγησαν στη δεύτερη Γαλλική Επανάσταση, στις 10 Αυγούστου 1792. Το κύριο αίτημα της επανάστασης αυτής ήταν η κατάργηση των προνομίων των ευγενών και η πραγματική ισότητα των πολιτών. Κυρίως όμως ήταν η απαίτηση για Δημοκρατία, το ξεχασμένο αυτό πολίτευμα που είχε σβήσει με την υποταγή της αρχαίας Ελλάδας στις Ρωμαϊκές λεγεώνες το 146 π.Χ..

Οι Γάλλοι συνειδητοποίησαν το 1792 πως την κυριαρχία σε μια πολιτεία την έχουν οι πολίτες και όχι οι αντιπρόσωποί τους[5]. Στην ουσία συνειδητοποίησαν πως η ισχύς των “αντιπροσώπων” είναι δευτερεύουσα και υπάρχει υπό την ανοχή και την εμπιστοσύνη των πολιτών, οι οποίοι μπορούν όποτε θέλουν, ελεύθερα να την ανακαλέσουν. Δυστυχώς, η ανθρωπότητα δεν θα μάθει ποτέ αν η Δημοκρατία θα μπορούσε να επικρατήσει και να λειτουργήσει στο τεράστιο Γαλλικό κράτος του 18ου αιώνα. Η άμεση δολοφονία του Λουδουβίκου, ο εμφύλιος πόλεμος που προκλήθηκε από την υποχρεωτική στράτευση, η Κυριαρχία του Τρόμου (ιδιαίτερα επί της εποχής του Robespierre), ο λανθασμένος ιδεολογικός “Δημοκρατικός επεκτατισμός” και οι στρατιωτικές ήττες οδήγησαν σε απανωτά πραξικοπήματα τα οποία κατέληξαν στην επάνοδο της μοναρχίας με την υποστήριξη μιας υποταγμένης πλέον Ολιγαρχίας, στην οποία ο νικητής Ναπολέων έκλεινε το μάτι αποδεχόμενος τον τίτλο του Πρώτου Ύπατου[6]. Ως νεότερος Οκταβιανός που ανακηρύχθηκε “Αύγουστος” από τη Ρωμαϊκή Γερουσία, ο Ναπολέων απετίναξε το μανδύα του Ύπατου όταν εδραιώθηκε στην εξουσία και ανακηρύχθηκε από την Γαλλική Γερουσία[7] ως Αυτοκράτορας των Γάλλων.

Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και επαναστάσεις

Η Ευρωπαϊκή ήπειρος στη συνέχεια βυθίστηκε για ακόμα μια φορά στο σκοτάδι της μοναρχίας και όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και επαναστάσεις είχαν δύο πρόσφατα παραδείγματα για να μελετήσουν και να αξιοποιήσουν. Την βραχύχρονη και επίδοξη Δημοκρατία της Γαλλίας, και την Republic της ανερχόμενης Αμερικανικής υπερδύναμης. Προφανώς, το πρώτο παράδειγμα ήταν προς αποφυγή ενώ το δεύτερο προς απομίμηση. Συνεπώς, κάθε χώρα που απελευθερωνόταν, κοιτούσε προς Δυσμάς για να δημιουργήσει έτσι το νέο της πολίτευμα – δηλαδή μια ακόμη Republic.

Το μυστικό εδώ είναι πως οι λέξεις αυτές, Δημοκρατία και Republic, και η διαφοροποίησή τους δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ, ούτε εξηγήθηκαν στους πολίτες. Ο όρος Republic άρχισε να σβήνει σιγά σιγά από την Αμερική και να αντικαθίσταται με τον όρο Δημοκρατία.. Ο λόγος ήταν η δημοκρατική νομιμοποίηση του καθεστώτος και της ηγεσίας των Ολιγαρχών. Με άλλα λόγια, η Republic ντύθηκε με τον μανδύα της Δημοκρατίας για να υπηρετήσει ακόμα καλύτερα και απόλυτα τα συμφέροντα της εκάστοτε ελίτ. Η λέξη Δημοκρατία οδηγούσε και οδηγεί ακόμα με την αγχίνου μνήμη στην Αρχαία Αθήνα, όπου τα όργανα της πολιτείας εξυπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό. Αυτόν ακριβώς το συνειρμό και αυτήν τη νομιμοποίηση αποζητούσαν και έβρισκαν οι Ολιγάρχες στη λέξη και την ανάμνηση της Δημοκρατίας, ενώ επί της ουσίας το πολίτευμα εξυπηρετούσε το ίδιον συμφέρον τους. Όπως και σε κάθε Republic συμβαίνει το ίδιο, τα όργανα της πολιτείας, δηλαδή, να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εκάστοτε πολιτικής και κοινωνικής ελίτ.

Με την επιτυχία του Αμερικανικού πειράματος, λοιπόν, και τη νομιμοποίηση αλλά και την όμορφη ανάμνηση της ταμπέλας της “Δημοκρατίας” ήταν εύλογο οι νέες χώρες που απελευθερωνόντουσαν να αγκαλιάσουν την Republic ως το δικό τους πολίτευμα και να εξυπηρετούνται μέσω αυτής τα συμφέροντα των ολίγων της κάθε χώρας.

Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι απαιτείται ο επιστημονικός διαχωρισμός των δύο πολιτευμάτων, Republic και Δημοκρατία, καθώς και η αποσαφήνιση της ιστορικής πολιτικής εξέλιξης της ανθρωπότητας βάσει αυτών. Ταυτόχρονα, είναι προφανές ότι η στρέβλωση του όρου “Δημοκρατία” συνεχίζεται ως και σήμερα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η Republic στη σύγχρονη μορφή της, και για να υπνωτίσει μία παγκόσμια κοινότητα πολιτών που ενημερώνεται και επικοινωνεί διαρκώς, έχει χρησιμοποιήσει νέες τακτικές συγκάλυψης και ψεύδους. Ίσως η πιο επικίνδυνη εξ αυτών είναι η “υποκατηγοριοποίηση” της Δημοκρατίας σε διάφορες “μικρότερες” μορφές της όπως: Άμεση, Αντιπροσωπευτική, Βασιλευόμενη, Ισλαμική, Κοινοβουλευτική, Προεδρευόμενη, Προεδρική, Ρεπουμπλικανική, Σοβιετική, Σοσιαλιστική, Συμμετοχική, Ρωμαϊκή, κ.ο.κ.

Οι υποκατηγορίες αυτές θολώνουν τα πολιτικά και πολιτειακά νερά και είναι πολλές φορές αρκετές για να οδηγήσουν αυτούς που αγνοούν την πολιτική ιστορία στην περιφρόνηση της Δημοκρατίας και την κρυφή και πολλές φορές υποσυνείδητη και χωρίς τη θέλησή τους υποστήριξη της Republic και της πολιτικής της σκευωρίας και πολιτειακής και ιδεολογικής καπηλείας. Προφανώς και οι λέξεις αυτές είναι απλοί νεολογισμοί, ανύπαρκτες έννοιες για ανύπαρκτα πολιτεύματα, μιας και η Δημοκρατία είναι μία όπως ορίζεται ιστορικά και από την πολιτική επιστήμη και δεν επιδέχεται επίθετα.

Εξίσου σημαντικό είναι να αναγνωρίσουμε πως κάθε προσπάθεια αναστήλωσης του αληθινού πολιτεύματος της Δημοκρατίας, οπουδήποτε στον κόσμο, θα μπει στο στόχαστρο των απανταχού ελίτ των Republic του πλανήτη, των οποίων τα συμφέροντα θα θίγοντας προφανώς άμεσα από μία τέτοια εξέλιξη.

Οι σύγχρονες δημοκρατικές ιδέες και προτάσεις[8] που ισχύουν ευτυχώς σε πολλές περιπτώσεις Republic ανά την υφήλιο, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για την επικείμενη αναγέννηση της Δημοκρατίας, αλλά δεν θα έπρεπε να θολώνουν ακόμα περισσότερο τα νερά και να συγχέουν δια της ύπαρξής τους τα δύο διαφορετικά πολιτεύματα. Ας μην ξεχνάμε ότι μικρές δημοκρατικές ιδέες είναι ανεκτές έως και θεμιτές από τις άρχουσες ελίτ των Republic, έτσι ώστε να διαιωνίζεται ο δημοκρατικός μύθος των πολιτευμάτων τους.

Θα ήθελα να μου επιτραπεί κλείνοντας, η μη επιστημονική κρίση και άποψη και να εξηγήσω πως η αναφορά στην επικείμενη αναγέννηση της Δημοκρατίας γίνεται λόγω της βαθειάς μου πεποίθησης πως το ευγενές αυτό πολίτευμα, που έχει παραμείνει νεκρό και ανεφάρμοστο τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια, μπορεί στη σύγχρονη εποχή να ξαναβρεί τη φωνή του. Αν η εποχή των μικρών πόλεων-κρατών της Ελλάδος στην αρχαιότητα μπορούσε να υποστηρίξει την Δημοκρατία με το μικρό πληθυσμό των πόλεων και την εύκολη συμμετοχή όλων στα κοινά, η επόμενη πραγματική ευκαιρία είναι όντως τώρα. Την εποχή δηλαδή που οι ραγδαίες εξελίξεις στην επικοινωνία και τις τεχνολογίες μπορούν να μας παρέχουν τις δυνατότητες για την αναγκαία αναγέννηση της Δημοκρατίας που θα εκφράσει όσο τίποτα τις νέες γενιές των πολιτών του κόσμου.

Η παραπάνω πολιτική ανάλυση οδήγησε στη σύνταξη της πρώτης «oλοκληρωμένης Συνταγματικής πρότασης για ένα νέο, μοναδικό, Ελληνικό και επιτέλους Δημοκρατικό πολίτευμα για τη σύγχρονη Ελλάδα», που εκδόθηκε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων, με τίτλο «Δημοκρατία, το Πολίτευμα που περιμέναμε».


[1]Εσκεμμένα τα σύγχρονα Ελληνικά και-μη, κείμενα αναφέρονται στην Republic ως “Ρωμαϊκή Δημοκρατία”, ένας ατυχής χαρακτηρισμός που θα προσέβαλε και τους Έλληνες αλλά και τους Ρωμαίους της εποχής. Res Public σημαίνει δημόσιες υποθέσεις. Αντιθέτως Δημο-κρατία σημαίνει πως εξουσιάζει η συνέλευση των πολιτών.

[2]Εδώ παρατηρούμε τη βασικότερη ίσως πολιτειακή διαφορά μεταξύ Republic και Δημοκρατίας. Η ύπαρξη αντιπροσώπων, του μεσάζοντα δηλαδή ο οποίος φέρεται πως εκπροσωπεί τους πολίτες και το δημόσιο συμφέρον.

[3]Δεν συμμετείχαν όλοι οι Πατέρες στη δημιουργία του Συντάγματος, ενώ συμμετείχαν και κάποιοι εκ των συντακτών του δεν συμπεριλαμβάνονται στους Πατέρες

[4]Ο Robespierre μάλιστα ήταν αντίθετος με μια Republic,η οποία πίστευε πως θα οδηγούσε σε Ολιγαρχία

[5]Το αντίθετο ισχύει σε κάθε Republic, όπου η κυριαρχία βρίσκεται στα όργανα του κράτους

[6]Υπενθυμίζεται πως αυτός ήταν ο τίτλος των δύο εκτελεστικών οργάνων της Ρωμαϊκής Γερουσίας, βασισμένος στους δύο βασιλείς της αρχαίας Σπάρτης

[7]Η ιστορία επαναλαμβάνεται

[8]Κάποιες μεταξύ των οποίων είναι οι υψηλότερες πολιτικές ιδέες όλων και οι οποίες έχουν διασώσει την ανθρωπότητα πολλές φορές από το σκοτάδι και το αδιέξοδο. Παραδείγματα είναι: Ελευθερία, Ισότητα, Ισηγορία, Ισονομία, Ισοπολιτεία, Δικαιοσύνη, Παρρησία, Διάλογος, Ανοχή, Ειρήνη, Κράτος Δικαίου, σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, Αξιοκρατία, Πνευματική Πυρανδρεία, σεβασμός και υιοθέτηση θεμάτων των μειονοτήτων, κ.α.

aaaa

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 5 Comments

ΑΙΓΥΠΤΟΣ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ – ΕΛΛΑΔΑ

Οι πρόσφατες (και συνεχιζόμενες) νίκες της Ελευθερίας επί του Δεσποτισμού στην περιοχή της Β. Αφρικής (και όχι Μ. Ανατολής), έχουν χαρακτηριστεί από τους ίδιους τους πολίτες ως ένα Αραβικό “Τείχος του Βερολίνου” το οποίο κατάφεραν επιτέλους να γκρεμίσουν. Παράλληλα ακούγονται διάφορα περί θεμάτων ΑΟΖ, Αμερικής, Ισραήλ, κτλ. Η παγκόσμια κοινωνία των πολιτών (και συγκεκριμένα της Αιγύπτου) θα πρέπει να θεωρείται τυχερή που η προσπάθειά της για Ελευθερία, εθνική κυριαρχία και για έλεγχο από τους ίδιους τους πολίτες της ζωής και του μέλλοντός τους, δεν είναι αιχμάλωτη των εθνικών – τοπικιστικών και μονοδιάστατων συμφερόντων κάποιων στα λοιπά κράτη της Μεσογείου, κτλ.

Επίσης, καλό θα είναι να μην προτρέχουμε να μιλάμε για «Δημοκρατία» μιας και αυτή δεν εμφανίζεται ούτε παντού με τον ίδιο τρόπο, ούτε αποτελεί μια πανανθρώπινη λύση η οποία μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε χώρα (τρανή απόδειξη εδώ είναι η υπόλοιπη Αφρικανική ήπειρος και τα εγκλήματα που διεπράχθησαν στο όνομα μιας «Δημοκρατίας»). Πόσο μάλλον να μιλάμε εμείς οι ίδιοι για Δημοκρατία όταν καταδυναστευόμαστε τα τελευταία 90 χρόνια από μια καταστροφική Κακιστοκρατία.

Η αλήθεια όμως είναι πως δεν χρειάζεται να ανησυχεί κανείς. Οι Άραβες πολίτες δεν έχουν την ανάγκη κανενός αναλυτή για να τους πει τι κρύβεται πίσω από την απεγνωσμένη τους προσπάθεια για Ελευθερία και Έκφραση. Οι Άραβες ΔΕΝ είναι οι πολιτικά αδαείς πολίτες όπως κάποτε νόμιζε η Αγγλία και τους συμπεριφερόταν ανάλογα. Είναι πραγαμτικά υπερήφανοι πολίτες με ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ, ΟΝΕΙΡΑ, και ΑΞΙΩΣΕΙΣ. Είναι επίσης πιστοί της Ισλαμικής θρησκείας και διαλέγουν να χρησιμοποιήσουν τις καλύτερες αξίες αυτής για να επανακαθορίσουν δημιουργικά τη ζωή τους (και όχι τα τρομακτικά χαρακτηριστικά του Ισλάμ που διδασκόμαστε στα media ή σε κάποια σκοτεινά blogs). Πριν λοιπόν βιαστούμε να κρίνουμε την αντίδραση τους και αρχίσουμε να μιλάμε για «κρυφές δυνάμεις υποκίνησης» θα ήταν συνετό να συνειδητοποιήσουμε ότι η ειλικρινής αυτή αντίδραση έχει πολλές μορφές και πτυχές. Για παράδειγμα, στην πόλη του Σουέζ οι πολίτες διαμαρτύρονται για την αστυνομική βία, στη Μαχαλλά για τα οικονομικά τους προβλήματα και στο Κάιρο για τις πολιτικές τους ελευθερίες. Η κοινή όμως ανάγκη είναι η επανάκτηση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, η πτώση ενός στυγερού δυνάστη, η ελευθερία του τύπου και της έκφρασης, κτλ. (η χώρα παραμένει από το 1967 σε μία δικτατορική «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», η οποία επιτρέπει στην κυβέρνηση Mubarak να εκμεταλλεύεται τους πολίτες της).

Η Δεύτερη Αραβική Επανάσταση (η πρώτη ήταν το 1916 εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) είναι εξ’ολοκλήρου αληθινή, είναι ήδη πραγματικότητα και συνιστώ αφού την αποδεχτούμε όλοι και σταματήσουμε να την πολεμάμε (το οποίο είναι σαφώς μια πιο εύκολη αντίδραση), να αναλογιστούμε α) τι μπορούμε να μάθουμε από αυτή, και β) να βρούμε τρόπους ως κοινωνία των πολιτών να συνάψουμε νέες και υγιείς σχέσεις με τα νέα αυτά δημιουργικά καθεστώτα.

Θυμηθείτε ποιοι είμαστε ιστορικά, πολιτικά και ιδεολογικά. Οι νίκες της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ στην ανθρωπότητα, αποτελούν ισχυρό, αιώνιο και ευγενή ΥΜΝΟ στην Ελλάδα και στο τι αυτή αντιπροσωπεύει.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα θεωρείται δεδομένη η ύπαρξη πολιτικών κομμάτων σε ένα πολιτικό σύστημα εκπροσώπησης. Τα πολιτικά κόμματα λειτουργούν διαχρονικά ως πολιτικές οντότητες μέσω των οποίων οι πολίτες μπορούν να οργανωθούν βάσει κοινών πολιτικών ή/και ιδεολογικών πεποιθήσεων και να διεκδικήσουν ή να επηρεάσουν την εξουσία. Η προσφορά των πολιτικών κομμάτων στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι αδιαμφισβήτη, όπως επίσης θεωρείται αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι τα κόμματα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του σύγχρονου πολιτικού κόσμου. Αυτό βέβαια μπορεί να είναι αλήθεια στην περίπτωση ενός Ρεπουμπλικάνικου καθεστώτος, αλλά όχι ενός Δημοκρατικού. Στην περίπτωση του πρώτου, οι πολίτες εκλέγουν αντιπρόσωπους οι οποίοι αποφασίζουν για το κοινό συμφέρον. Στην δεύτερη, οι πολίτες αποφασίζουν οι ίδιοι για μείζονα θέματα που τους αφορούν και παίρνουν το μέλλον της ζωής και της χώρας στα χέρια τους. Η δεύτερη αυτή περίπτωση συνιστά το πολίτευμα της Δημοκρατίας, το οποίο συναντάται μερικώς και πολύ σπάνια στην σύγχρονη εποχή.

Η Δημοκρατία δεν είναι τα κόμματα. Η Δημοκρατία γεννήθηκε, άνθισε και επαναπροσδιορίστηκε απελευθερωμένη από κομματικές οργανώσεις. Υπάρχουν διάφορα φωτεινά παραδείγματα των επιτευγμάτων της Δημοκρατίας η οποία λειτούργησε υπεράνω και άνευ κομμάτων.

Στην αρχαία Αθήνα ο Περικλής ήταν από τους σπουδαιότερους ηγέτες της δημοκρατικής πόλης-κράτους. Ο ίδιος, αν και είχε αμέτρητους ακόλουθους καθώς και πολλούς πολιτικούς συμμάχους που χρησιμοποιούσε για να ασκήσει την επιρροή του στην πόλη, δεν ανήκε σε κάποιο πολιτικό κόμμα (οι Δημοκρατικοί αποτελούσαν ιδεολογική ομάδα που υποστήριζε μια συγκεκριμένη μορφή πολιτεύματος και όχι κομματικό μηχανισμό). Αντίθετα, η πολιτική του ισχύς πήγαζε από το ήθος του, από το γεγονός ότι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και από τα καθήκοντά του ως εκλεγμένος και διακεκριμένος στρατηγός της Αθήνας. Ο Χρυσός Αιώνας που ακολούθησε για την πόλη, αποδεικνύει ότι η παρουσία και λειτουργία πολιτικών κομμάτων δεν είναι υποχρεωτική για την πρόοδο μιας Δημοκρατίας.

Αντίστοιχα, το Κογκρέσο της Φιλαδέλφειας στις Αμερικανικές αποικίες δεν ήταν οργανωμένο βάσει κομματικών πεποιθήσεων ή μηχανισμών. Τα μέλη του περιοριζόντουσαν στο να εκπροσωπούν την θέληση των 13 αποικιών και όχι τις προσωπικές φιλοδοξίες κάποιων κομματικών ηγετών. Ο George Washington κράτησε ένα κράτος ενωμένο απέναντι σε μια εχθρική διεθνή κοινότητα και έναν Αγγλο-Γαλλικό πόλεμο ο οποίος απειλούσε να σύρει τις νεοσυσταθείσες Η.Π.Α. σε πλήρη εμπλοκή. Ο πρώτος πρόεδρος των Η.Π.Α. αντιμετώπισε αυτές τις πιέσεις έναντι αναπτυσσόμενων κομματικών δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας τους. Ως αποτέλεσμα, οι Η.Π.Α. εξήλθαν αλώβητες και ικανές να αντιμετωπίσουν από θέση ισχύος την αποδυναμωμένη Ευρώπη.

Αρκεί κάποιος να μελετήσει την σημερινή διεθνή σκηνή για να παρατηρήσει αντίστοιχα φαινόμενα. Οι περιπτώσεις όπου κράτη αποτυγχάνουν (πολιτικά ή/και οικονομικά) λόγω του νεποτισμού και της διαφθοράς που αποτελούν αναπόσπαστα δομικά στοιχεία και χαρακτηριστικά των κομμάτων, αυξάνονται συνεχώς. Η προφανής περίπτωση είναι σαφώς αυτή της Ευρώπης. Ολόκληρη η ήπειρος χαρακτηρίζεται από την παντοδυναμία των κομμάτων στην πολιτική ζωή των χωρών και έχει οδηγηθεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, στο παρελθόν ή ακόμα και τώρα, σε πολιτικά αδιέξοδα. Επιπλέον, η απάθεια των πολιτών για τα κόμματα και την πολιτική ζωή είναι μεγαλύτερη σήμερα όσο ποτέ. Για παράδειγμα, στην Ιρλανδία, ως αποτέλεσμα της αποδοκιμασίας του κόσμου λόγω της εξελισσόμενης οικονομικής κρίσης, ο Πρωθυπουργός Brian Cowen πολύ πρόσφατα αναγκάστηκε να παραιτηθεί από ηγέτης του κόμματός του. Ο Ιρλανδικός λαός νοιώθει πλέον παγιδευμένος σε πολιτικο-κομματικές επιλογές οι οποίες δεν τον εκπροσωπούν. Αντίσχοιχα παραδείγματα υπάρχουν σε όλη την ήπειρο γενικότερα, και συγκεκριμένα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ε.Ε. έχοντας υιοθετήσει τα κομματικά μοντέλα των κυρίαρχων κρατών μελών της, έχει ορίσει τον εαυτό της ως ένα βραδυκίνητο οργανισμό ο οποίος ξεψυχά από την έλλειψη οράματος και συναίνεσης των πολιτών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ίσως η σημαντικότερη απόδειξη αυτής της νέας τάσης κομματικής απαξίωσης, αφού η συμμετοχή στις ευρωεκλογές του 2009 ήταν πιο μικρή από ποτέ. Αυτό βέβαια δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός ότι οι απλοί πολίτες της Ένωσης δεν γνωρίζουν τον σαφή ρόλο του οργάνου αυτού (όπως επίσης και πολλοί ευρωβουλευτές). Η απαξίωση είναι επίσης αποτέλεσμα της κομματικοκρατούμενης νοοτροπίας που έχει υιοθετηθεί για τη διεξαγωγή ευρωεκλογών, όπου ουσιαστικά οι πολίτες καλούνται από τους τοπικούς αρχηγούς κομμάτων να ψηφίσουν το εθνικό τους κόμμα, χωρίς αυτό βέβαια να έχει κάποια σχέση με την πολιτική πραγματικότητα στο Ευρωκοινοβούλιο (οι εθνικοί τοπικοί άρχοντες δεν έχουν καμμία ουσιαστική εξουσία στο εν λόγω σώμα). Τέλος, αδιαμφισβήτητο παράδειγμα της νέας αυτής τάσης αποτελούν τα διάφορα δημοψηφίσματα των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών (Δανία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Σουηδία, Γαλλία, Ολλανδία), όπου στην ουσία καταψηφίστηκε ξεκάθαρα το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων και κομμάτων στις εν λόγω χώρες, που πήρε θέση υπέρ των Ευρωπαϊκών αυτών δημοψηφισμάτων.

Οι Η.Π.Α. παραμένουν μέχρι σήμερα οι πρωτοπόροι των δυτικών πολιτικών μοντέλων και προτύπων. Στην περίπτωση των Η.Π.Α., η μόδα της «πτώσης» των κομμάτων είναι ήδη πραγματικότητα. Συγκρεκριμένα, τα δύο μεγάλα κόμματα φαίνονται ανίκανα να διαχειριστούν τα πολιτικά κεφάλαια της χώρας και γι’ αυτό το λόγο είτε δημιουργούν, είτε αναγκάζονται να δώσουν χώρο και πολιτική δύναμη σε πολιτικές ομάδες πολιτών. Από τη μία οι Δημοκρατικοί, όντας ανάξιοι να διαχειριστούν την επικράτησή τους στο Κογκρέσο από το 2006, ανάγκασαν τον Barack Obama να προχωρήσει στη δημιουργία προοδευτικού κινήματος εθελοντών πολιτών με την ονομασία Organizing for America (OFA). Είναι γεγονός, ότι ήταν το κίνημα αυτό το οποίο οδήγησε τους Δημοκρατικούς στις μεταρρυθμιστικές τους νίκες (Υγεία, Οικονομία) και όχι το Δημοκρατικό κόμμα. Αντίστοιχα, το Ρεπουμπλικάνικο κόμμα φάνηκε ανίσχυρο να αντιδράσει στο ανερχόμενο Tea Party Express Movement, και παραχώρησε πολιτική ισχύ στο εν λόγω κίνημα. Το Tea Party επέβαλλε πολλούς από τους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους στις εκλογές του 2010, τις περισσότερες φορές ενάντια στη θέληση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος (το οποίο κάποιες φορές υποστήριξε ξεχωριστό δικό του υποψήφιο!), και κέρδισε μεγάλες εκλογικές νίκες, εν αντιθέσει με τους «καθαρόαιμους» πολιτικούς υποψηφίους του Ρεπουμπλικάνικου κόμματος.

Σημαντικότερη όμως απόδειξη της νέας αυτής «μόδας» έναντι των κομμάτων είναι η επανάσταση των «Υακίνθων» στην Τυνησία, στις αρχές του 2011, η οποία οδήγησε στην παραίτηση του επί 23 χρόνια δικτάτορα Ben Ali και στη διαφυγή του στη Σαουδική Αραβία. Όπως έχουν ήδη αναφέρει τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, οι διαδηλώσεις που οδήγησαν στις εξελίξεις αυτές δεν καθοδηγήθηκαν από κανένα κόμμα. Αντίθετα, ήταν διαδηλώσεις των πολιτών της Τυνισίας όπου συνειδητοποίησαν ότι το «φτιαχτό» πολιτικό-κομματικό σύστημα του Ben Ali δεν ήταν πλέον χρήσιμο και λειτουργικό γι’ αυτούς και για τη χώρα τους. Στο ίδιο κλίμα, και κατά τη διάρκεια σύνταξης αυτού του άρθρου, έχουν ήδη ξεκινήσει αντίστοιχες διαδηλώσεις σε Ιορδανία και Αίγυπτο. Και στις δύο περιπτώσεις οι δυτικόφιλες πολιτικές ηγεσίες (ένας βασιλιάς και ένας δικτάτορας) έχουν ήδη προβεί σε πολιτικές παραχωρήσεις για την αποφυγή περαιτέρω διαμαρτυριών. Στην περίπτωση της Αιγύπτου, μάλιστα, η οποία διαφαίνεται ως η πιο σοβαρή, διεθνείς ρεπόρτερ και ακαδημαϊκοί επισημαίνουν πως οι τωρινές διαδηλώσεις είναι οι πρώτες στην ιστορία της Αραβικής Δημοκρατίας που δεν υποκινήθηκαν από κάποιο πολιτικό κόμμα.

Παρατηρούμε λοιπόν, ότι ενώ η Βόρειος Αφρική και η Μέση Ανατολή διψούν για την πολιτική τους αναγέννηση, τα κόμματα διαφαίνονται κατώτερα των περιστάσεων και ανίκανα να ανταπεξέλθουν στην θέληση των πολιτών, με αποτέλεσμα οι πολίτες να τα αγνοούν και να οργανώνονται μόνοι τους (μέσω Facebook και λοιπών social media) για να πάρουν την μοίρα και την τύχη στα χέρια τους.

Διακρίνεται συνεπώς, μία πραγματική πολιτική τάση και ανάγκη υπέρβασης και παραγκωνισμού των πολιτικών κομμάτων, έτσι ώστε να μπορέσουν οι πολίτες να επιφέρουν ουσιαστικές και άμεσες αλλαγές στη ζωή και τη χώρα τους. Μία τάση η οποία ξεκίνησε σαφώς από τον δυτικό κόσμο (Η.Π.Α. και Ευρώπη) και φαίνεται τώρα πως αποκτά προεκτάσεις και σε άλλες ηπείρους (Αφρική, Ασία).

Ως συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ότι η νέα τάση αυτή δεν θα έπρεπε να ξαφνιάζει κανέναν. Χρειάζεται μόνο να αναλογιστεί κανείς τη σύγχρονη καταστροφική επιρροή των κομμάτων στις ζωές των πολιτών για να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό. Διαφθορά, ανικανότητα, εθνική προδοσία, πολιτική αδαημοσύνη, υποβάθμιση/έλεγχος των Μ.Μ.Ε., υποβάθμιση του κοινωνικού επιπέδου/κουλτούρας, ελεγχος/εκμετάλλευση των νέων και των εργαζομένων (μέσω των συνδικαλιστικών οργανώσεων), είναι μέρος μόνο των αρνητικών επιπτώσεν των κομμάτων.

Τέλος, αναλογιζόμενοι ότι η μονοπώληση της πολιτικής εξουσίας, ζωής και συμμετοχής από τα κόμματα είναι ίσως το σημαντικότερο συστημικό πρόβλημα στην σύχρονη Ελληνική πραγματικότητα, καλούμε τους δημιουργικούς πολίτες της ανερχόμενης Ελληνικής Κοινωνίας των Πολιτών να αποφασίσουν να οργανωθούν –όχι κομματικά ή ιδεολογικά, αλλά παραγωγικά και θεματικά για κοινά προβλήματα και ανάγκες, και να επιφέρουν ουσιαστική και μόνιμη αλλαγή στις ζωές τους και τη χώρα μας.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment