ΟΙ «ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ» ΚΑΙ Ο ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

 

Δεδομένης της σημερινής πολιτική κατάστασης στην Ελλάδα, υπάρχουν πολλοί και διάφοροι τρόποι απόκτησης του βουλευτικού αξιώματος. Αντιστοίχως, υπάρχουν πολλοί τρόποι να αναδειχθεί κανείς βουλευτής ακόμα και αν δεν είναι αρεστός και δεν έχει υπερψηφισθεί από τους πολίτες. Το πρώτο παράδειγμα που έρχεται στο μυαλό είναι οι «βουλευτές επικρατείας». Ωστόσο, η πρόσφατη ανάδειξη βουλευτού με 293 ψήφους στη Χίο έφερε στο προσκήνιο μια άλλη κατηγορία βουλευτών, τους «βουλευτές της μειοψηφίας».

Συγκεκριμένα, η βουλευτική έδρα του κ. Μουσουρούλη (ΝΔ), έμεινε αρχικά κενή όταν αυτός έθεσε υποψηφιότητα για ευρωβουλευτής. Τη θέση του έλαβε ο κ. Κάρμαντζης (ΝΔ) ως αναπληρωματικός του συνδυασμού, ο οποίος όμως παραιτήθηκε με τη σειρά του για να αναλάβει καθήκοντα αντιπεριφερειάρχη. Έτσι λοιπόν, η βουλευτική έδρα της Χίου κατέληξε στην επόμενη κατά σειρά αναπληρωματική του συνδυασμού της ΝΔ, κ. Σταυρινούδη – Σόδη, η οποία είχε λάβει μόλις 293 ψήφους στην τελευταία εκλογική διαδικασία. Όλα αυτά βέβαια όσο και αν ακούγονται περίεργα είναι καθόλα νομότυπα και προβλέπονται από τον ισχύοντα εκλογικό νόμο σύμφωνα με τον οποίο «ως αναπληρωματικοί κάθε συνδυασμού, του οποίου υποψήφιοι ανακηρύχθηκαν βουλευτές, ανακηρύσσονται όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι αυτού» (άρθρο 103, παράγραφος 3). Ακόμα και αυτοί με τις 293 ψήφους, ή και με πολύ λιγότερες.

Εδώ λοιπόν παρατηρείται ένα εκ των πολλών συστημικών προβλημάτων του εκλογικού νόμου της χώρας μας. Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο, η ψήφος του κάθε πολίτη κατά τη συμμετοχή του στις εκλογές, δεν δίδεται στον πολιτικό της αρεσκείας του, αλλά σε ένα από τα κόμματα. Από αυτό δηλαδή το χωρίο του εκλογικού νόμου, γίνεται πρόδηλο πως το πολιτικό σύστημα και η Εξουσία απαρτίζεται από κόμματα – συλλογικότητες, και όχι από πολιτικές προσωπικότητες. Τα υποκείμενα και οι δρώντες δηλαδή δεν είναι οι πολιτικοί αλλά τα κόμματα. Αυτό βέβαια το γνωρίζαμε ήδη καθώς οι πολιτικοί υποψήφιοι των κομμάτων επιλέγονται από τα γραφεία του κάθε κόμματος και όχι από εμάς τους ίδιους (π.χ. μέσω κάποιας προκριματικής εκλογικής διαδικασίας). Εδώ όμως μιλάμε για κάτι ακόμα χειρότερο μιας και ο εκλογικός νόμος θεσμοθετεί και στην ουσία απαιτεί την κομματική ψήφο. Ακόμα δηλαδή και αν πιστεύουμε πως κάποιος νέος πολιτικός είναι φέρελπις, ηθικός και ικανός, ο εκλογικός νόμος μας απαγορεύει να πράξουμε αντιστοίχως και να τον υποστηρίξουμε, καθώς μας υπαγορεύει ρητά να ψηφίσουμε κάποιο κόμμα και όχι υποψηφίους. Αν δηλαδή ψηφίσουμε τον φέρελπι πολιτικό και αυτός παραιτηθεί για οποιονδήποτε λόγο, είναι πολύ πιθανό να καταλήξουμε να μας εκπροσωπεί κάποιος αναπληρωματικός του, του οποίου η ικανότητα εκπροσώπησης ή και η γνώση των πολιτικών θεμάτων μπορεί να είναι αμφίβολη και προβληματική. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να θεωρείται απίθανη ακόμα και η περίπτωση εκπροσώπησης από κακόφημο πολιτικό με λιγοστές ψήφους που μόνο τα κεντρικά κάποιου κόμματος θα μπορούσαν να εκτιμήσουν (για λόγους άσχετους με την τοπική κοινότητα). Ωστόσο ο εκλογικός νόμος μας έχει προειδοποιήσει..

Αυτή λοιπόν η θεσμοθετημένη κομματικοποίηση είναι προφανώς αντιδημοκρατική και ανελεύθερη και μάλιστα για πολλούς λόγους. Αρχικά, οι πολίτες δεν γνωρίζουν την εν λόγω ρύθμιση για «βουλευτές της μειοψηφίας», η οποία μάλιστα θα ήταν και δύσκολο να διαφημιστεί. Από τη στιγμή που δεν το γνωρίζουν και οδηγούνται σε ψήφο εν αγνοία, τα εκλογικά αποτελέσματα είναι εξορισμού διαστρεβλωμένα. Έπειτα, η αντιπροσώπευση από βουλευτές με ελάχιστη νομιμοποίηση από τους πολίτες, πόρρω απέχει από τη δημοκρατική πρακτική. Εξίσου αντιδημοκρατική είναι η πρωτοκαθεδρία των επιλογών του κόμματος (μέσω επιλογής υποψηφίων/χρίσμα) έναντι των ψήφων των πολιτών στις εκλογές. Τέλος, η στέρηση του δικαιώματος ψήφου βάσει ικανοτήτων των υποψηφίων, είναι πλήγμα κατά της αξιοκρατίας αλλά και της πολιτικής αποκέντρωσης μιας και ενισχύει την υδροκέφαλη κομματική ηγεσία και τις επιλογές της για τα τοπικά ψηφοδέλτια.

Έτσι λοιπόν, με μια απλή παραίτηση και μια φαινομενικά ομαλή και δημοκρατική αντικατάσταση βουλευτού, αναδεικνύεται για ακόμα μια φορά η τεράστια ανάγκη για εν γένει νομοθετική αναθεώρηση και ευνομία.

Δημοσιεύθηκε στις 22.09 στην εφημερίδα “Δημοκρατία”

 

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

Δεν συνηθίζω να γράφω τέτοιου είδους άρθρα. Αλλά ένοιωσα πως υπάρχει τεράστια ανάγκη.

Προς όλους αυτούς που συνειδητά ή υποσυνείδητα, από άγνοια, απόγνωση ή δόλο κατηγορούν τους πολίτες της Ελλάδας για την κατάσταση της χώρας μας, θέλω να πω το εξής: Φτάνει.

Φτάνει με τα αδιέξοδα σχόλια: “είναι καιρός να αναλάβουμε τις ευθύνες μας”, “είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι″, “εμείς τους ψηφίσαμε”, “έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν”, κτλ. Οι πολίτες έχουν υποστεί για πολύ καιρό την προπαγάνδα και τις πανταχόθεν προβοκάτσιες. Αρκετά.

Η «κατηγορία του άλλου» είναι ένας γνωστός ανθρώπινος μηχανισμός. Μπροστά στις δυσμενείς συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα μας εδώ και χρόνια, ο μηχανισμός αυτός τροφοδοτεί γενικευμένες κατηγορίες είτε εναντίον των Ελλήνων πολιτών εν γένει, είτε εναντίον συγκεκριμένων πολιτικοκοινωνικών ομάδων (αριστεροί, καπιταλιστές, συντηρητικοί, δημόσιοι υπάλληλοι κ.α.). Μιας και αδυνατούμε λοιπόν να κατανοήσουμε και να υπερβούμε τους μηχανισμούς αυτούς ακόμα και στις δύσκολες αυτές στιγμές της Ελλάδας, και αφού χρειάζεται κάποιοι να «φταίνε», τότε αυτοί σίγουρα δεν είναι οι πολίτες. Η ευθύνη βρίσκεται στο πολιτικό μας σύστημα και ήρθε η ώρα να ανατρέψουμε τις ανακρίβειες και τους μύθους που καλλιεργούνται αφελώς και ηθελημένα.

Καιρός λοιπόν να σταματήσουμε να αυτοκαταστρεφόμαστε και να απενοχοποιηθούμε.

Γιατί λοιπόν δεν φταίνε οι πολίτες:

Διότι η άρχουσα Ολιγαρχία μας έχει επιβάλλει τους πολιτικούς της αρεσκείας της

«Εμείς τους ψηφίσαμε». Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία οι υποψήφιοι επιλέγονται από τα κόμματα και όχι από τους πολίτες. Το «χρήσμα» έχοντας επιβιώσει από άλλο αιώνα, μας καταδικάζει στις χείριστες πολιτικές επιλογές και σε μια πολιτική ανισότητα άνευ όρων (δεν μπορούν όλοι να λάβουν το «δαχτυλίδι του αρχηγού»). Η χώρα μας υποφέρει από έναν εκλογικό νόμο ο οποίος εκ των 300 βουλευτικών εδρών, παραχωρεί τις 50 ως δώρο στο πρώτο κόμμα, ενώ άλλες 12 βουλευτικές θέσεις (επικρατείας) εκλέγονται από λίστα προσωπικής επιλογής των κομματικών αφεντικών (προφανώς και στην κορυφή της λίστας φιγουράρουν οι αυλικοί και αυλοκόλακες του κάθε κόμματος). Με άλλα λόγια, περισσότερο από το 20% των φερόμενων αντιπροσώπων μας δεν τους ψηφίζουν καν οι πολίτες, ενώ το 100% των βουλευτών έχει επιλεγεί και επιβληθεί σε εμάς από τους κομματικο-άρχοντες. Δυστυχώς, και ενώ το μόνο εκλογικό κριτήριο των Ελλήνων πολιτών, τόσο τώρα όσο και παλιότερα είναι το «μη χείρον βέλτιστον», οι πολίτες όχι μόνο δεν συμμετέχουν στην επιλογή των υποψηφίων των κομμάτων αλλά δια του ισχύοντος νόμου δεν εξασφαλίζεται καν η εκπροσώπηση τους.

Διότι η άρχουσα Ολιγαρχία μας έχει επιβάλλει έναν ανελεύθερο εκλογικό νόμο

«Γιατί τους ψηφίζουμε;». Ταυτόχρονα, ο ίδιος μισόδημος εκλογικός νόμος πέτυχε την παγκόσμια πρωτοπορία το 2006 και εξίσωσε τα λευκά ψηφοδέλτια με τα άκυρα (!). Σύμφωνα δηλαδή με την ισχύουσα νομοθεσία, η λευκή ψήφος δεν είναι μια θετική συμμετοχή και κάλεσμα για αλλαγή και εξέλιξη αλλά ένα κουρελιασμένο και λερωμένο χαρτί το οποίο δεν δικαιούται να επηρεάσει το τελικό εκλογικό ποσοστό των κόμματων. Υπομένουμε δηλαδή για 10 χρόνια έναν νόμο που καταπατά ουσιώδη πολιτικά μας δικαιώματα.

Η πολιτική καπηλεία της ψήφου μας όμως δε σταματάει δυστυχώς εδώ μιας και κάθε ψήφος σε μικρό κόμμα το οποίο δεν καταφέρνει να εισέλθει στη βουλή δεν χάνεται όπως θα ήλπιζε κανείς, αλλά μοιράζεται αναλογικά στα κόμματα της βουλής ανάλογα με τα εκλογικά ποσοστά τους. Η ψήφος μας δηλαδή σε ένα μικρό κόμμα κινδυνεύει κάθε φορά να κλαπεί από την άρχουσα τάξη και να ενισχύσει το ποσοστό ακόμα και εχθρικών για τα συμφέροντά μας κομμάτων! Αντιστοίχως, η αποχή δεν αναγνωρίζεται ως υγιής εκλογική αντίδραση και ακόμα και αν η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών αποφασίσουν να απέχουν από την εκλογική διαδικασία, οι πολιτικοί μεταξύ τους θα σχημάτιζαν κυβέρνηση, ανεπηρέαστοι από το πολιτικό κλίμα. Οι νόμοι και το σύνταγμα δηλαδή δεν προβλέπουν καμία αλλαγή ακόμα και αν το 99% των πολιτών απέχουν από τις εθνικές εκλογές!

Τοιουτοτρόπως λοιπόν καταπατούνται τα μοναδικά και εναπομείναντα εκλογικά δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών στο αντιδημοκρατικό πολιτικό σύστημα της Ελλάδας (κάτι το οποίο δεν θίγεται βέβαια από κανένα κόμμα).

Διότι ο πολιτικοί μας «ηγέτες» δεν επιλέγονται από εμάς

«Δεν υπάρχουν πολιτικοί ηγέτες». Ένα εύλογο επιχείρημα το οποίο δυστυχώς βασίζεται σε μια λανθασμένη αντίληψη της πολιτικής ηγεσίας. Ταυτόχρονα, η αλήθεια είναι πως οι πολιτικοί ηγέτες στη χώρα μας, δεν μπορούν να επιλεχθούν ούτε καν να αναδειχθούν από τους πολίτες. Πρωθυπουργός της χώρας ορίζεται αυτός που επιλέγει η κοινοβουλευτική ομάδα του κάθε κόμματος. Αν δηλαδή ένας πρωθυπουργός παραιτηθεί, η χώρα δεν πάει σε εκλογές αλλά οι κλειστοί κύκλοι του κόμματος διαλέγουν τον «επίλεκτο» ανάμεσα από τις τάξεις τους. Αντιστοίχως, οι κομματικοί αρχηγοί επιλέγονται με τις πλέον αντιδημοκρατικές μεθόδους και ακόμα και όταν καλούνται να ψηφίσουν οι πολίτες, αυτό γίνεται με τον πλέον εξευτελιστικό για αυτούς τρόπο (χειραγώγηση, εκλογές με έναν υποψήφιο, κτλ.).

Ακόμα χειρότερα, οι σημερινοί (και όχι μόνο) πρωθυπουργοί, είθισται να αναδεικνύονται από μηχανισμούς που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας μας…

Αντιστοίχως ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν επιλέγεται από τους πολίτες αλλά εκλέγεται συντεχνιακά από τη βουλή ενώ επιλέγεται συνήθως από το κόμμα της αντιπολίτευσης. Βάσει συντάγματος, οι απαραίτητοι ψήφοι που απαιτούνται από τη βουλή για την ανάδειξη προέδρου της Δημοκρατίας (180 τω αριθμώ) οδηγούν το εκάστοτε κόμμα που έχει την πλειοψηφία να αποδεχθεί το πρόσωπο επιλογής του κόμματος της αντιπολίτευσης για να μην διαλυθεί η βουλή (σε περίπτωση διαφωνίας και αδυναμίας ανάδειξης προέδρου της Δημοκρατίας, η βουλή βάσει συντάγματος διαλύεται). Ως αποτέλεσμα αυτού, ο αρχηγός του κράτους μας ήταν και παραμένει μια αδύναμη και συμβολική μαριονέττα η οποία εκπροσωπεί τις μειοψηφίες και τις εκάστοτε μικροπολιτικές και μυωπικές σκοπιμότητες.

Στην ουσία και στην πράξη, τους πολιτικούς μας «ηγέτες» δεν τους επιλέγουμε εμείς.

Διότι οι Υπουργοί μας δεν επιλέγονται ποτέ αξιοκρατικά.

«Υπάρχει αναξιοκρατία παντού». Η αναξιοκρατία που μας οδηγεί να βουλιάζουμε είναι η αναξιοκρατία των ιθυνόντων – του καπετάνιου και του πληρώματος. Είναι οι ανάξιοι πρωθυπουργοί και υπουργοί που στοιχίζουν στην Ελλάδα, όχι οι επιβάτες!

Αυτός που επιλέγει τους υπουργούς είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος επιλέγει πάντα μικροπολιτικά και κομματικά: είτε ανταμείβει τα πολιτικά του πρωτοπαλίκαρα – τα οποία μπορεί να είναι ανειδίκευτα και να μην ξέρουν τα θέματα του υπουργείου αλλά είναι ιδανικοί στο να στηρίζουν τον «πρόεδρο», είτε εξαγοράζει και ελέγχει με μια υπουργική θέση την εσωκομματική του αντιπολίτευση. Στην πλειοψηφία τους οι υπουργοί της Ελλάδας είναι ανειδίκευτοι, διορισμένοι αναξιοκρατικά, ενώ εμείς ως πολίτες δεν γνωρίζουμε ποτέ από πριν ποιοι θα είναι αυτοί που πρόκειται να διορίσει ως υπουργούς του ο κάθε υποψήφιος πρωθυπουργός.

Στην ουσία και στην πράξη, τους υπουργούς δεν τους επιλέγουμε εμείς.

Διότι η Δικαιοσύνη ελέγχεται από την κυβέρνηση. Βάσει συντάγματος (άρθρο 90§5) όλοι οι ανώτατοι δικαστικοί της χώρας διορίζονται με προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού οι οποίοι όπως είναι προφανές υπόκεινται πελατειακά σε αυτόν από τη μέρα διορισμού τους και έπειτα. Επίσης βάσει συντάγματος (άρθρο 91§1), την πειθαρχική αγωγή κατά των ανώτατων δικαστικών της χώρας εγείρει ο υπουργός Δικαιοσύνης, τον οποίον προφανώς οι δικαστικοί τρέμουν. Είναι αυτονόητο πως κάθε ποινική δίωξη η οποία ασκείται από τη διορισμένη και ελεγχόμενη δικαστική εξουσία είναι κατευθυνόμενη και υπό την ανοχή της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.

Διότι αυτοί που έπρεπε να παραδειγματίζουν τους πολίτες δημιούργησαν το πελατειακό αλλά και το βαθύ κράτος. Το πολιτικό ήθος είναι πρώτα από όλα θέμα των πολιτικών αξιωματούχων. Ο Αριστοτέλης ορίζει την πολιτική λέγοντας πως σκοπός της ΔΕΝ είναι η διακυβέρνηση αλλά η καλλιέργεια του ήθους των πολιτών της πόλις. Σήμερα δυστυχώς ισχύει το αντίστροφο, η πολιτική έχει εκφυλιστεί και λειτουργεί αποκλειστικά για να φθείρει το ήθος μας. Με άλλα λόγια μοναδικός λόγος ύπαρξης της εφαρμοσμένης πολιτικής είναι η δημιουργία και ανάπλαση ήθους, όχι η διαφθορά και ο εκμαυλισμός των πολιτών από τους πολιτικούς τους. Από τους ίδιους δηλαδή πολιτικούς που δημιούργησαν μηχανισμούς τρομοκρατίας, ψεύδους και ελέγχου των πολιτών που είναι εν ισχύ μέχρι και σήμερα.

Τέλος, αν τα κόμματα της Ελλάδας δεν πλήρωναν για τις ψήφους τους, τότε απλά θα είχαν εξαφανιστεί. Και για να μπορέσουν να υπάρξουν έτσι όπως είναι, έπρεπε να πληρώνουν πολλά. Το πελατειακό κράτος μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο ανοίγοντας τα πλυντήρια χρήματος που είναι τα κομματικά ταμεία.

Διότι η πηγή της εν γένει διαφθοράς είναι οι πολιτικοί.

«Η διαφθορά είναι στο DNA μας». Αν πραγματικά θέλεις να αντιμετωπίσεις τη διαφθορά δημιουργείς σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, παραδειγματίζεις, ανοίγεις τα δεδομένα σου και δεν τα υποκρύπτεις πίσω από κατευθυνόμενες εφαρμογές «ανοιχτής διακυβέρνησης», πριμοδοτείς πριν τιμωρήσεις, διευκολύνεις και ενθαρρύνεις τους πολίτες να δρουν με νομιμότητα. Δεδομένου όμως πως στην Ελλάδα οι πηγές διαφθοράς είναι ανέγγιχτες, όλα τα παραπάνω δεν θα μπορούσαν ποτέ να ισχύσουν. Οι γκρίζες ζώνες νομοθεσίας έγιναν σύστημα και η πολυνομία οδήγησε στην ανομία. Ταυτόχρονα, τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα και εγκλήματα τα οποία πλήγωσαν την εθνική μας οικονομία και σταθερότητα διεπράχθησαν είτε άμεσα από τους πολιτικούς είτε έμμεσα με την πλήρη κάλυψη και συγκάλυψή τους. Τα ίδια σκάνδαλα που ακόμα εκκρεμούν και για τα οποία δεν αποζημιώθηκε ποτέ το δημόσιο..

Διότι η πηγή της πολιτικής διαφθοράς είναι τα κόμματα. Τα πολιτικά κόμματα, με στελέχη τα οποία είναι κυριολεκτικά υπεράνω νόμου απολαμβάνοντας ασυλίες και αριστοκρατικά προνόμια (άρθρο 62§1 και 61§2 του συντάγματος), αποφασίζουν μόνα τους για την κρατική τους επιχορήγηση και τους μισθούς των βουλευτών τους (άρθρο 29 του συντάγματος). Ταυτόχρονα, τα κόμματα δεν έχουν Α.Φ.Μ. και δεν λογοδοτούν σε κανέναν: κανείς δεν ξέρει πόσα χρήματα εισπράττουν, από ποιον και που τα ξοδεύουν. Δίχως λοιπόν να ελέγχονται, τα πολιτικά κόμματα μας καταδυναστεύουν ασταμάτητα για δεκαετίες, ενώ επηρεάζουν και διαφθείρουν δια της ανθυγιεινής παρουσίας τους, τους πλέον ζωντανούς και ενεργούς τομείς της Ελλάδας όπως τον χώρο εργασίας (με τι κομματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις) και παιδείας (με τις φοιτητικές παρατάξεις).

Διότι η παιδεία είναι κομματικοδίαιτη.

«Δεν υπάρχει παιδεία». Αυτοί που αποφασίζουν για τη μορφή και τη φύση της Ελληνικής παιδείας είναι τα κόμματα. Οι πολιτικοί και οι υπουργοί (που δεν επιλέγονται ούτε ελέγχονται από τους πολίτες) είναι αυτοί που θέτουν τις γενικές και κατευθυντήριες γραμμές της παιδείας, που αποφασίζουν τι θα λένε τα βιβλία (συνωστισμός ή καταστροφή) και με ποιο τρόπο θα διδάσκονται. Είναι οι δικές τους ιδέες αυτές που ορίζουν και εγκλωβίζουν τους νέους μας πολίτες. Ταυτόχρονα, το πολιτικό σύστημα είναι έτσι δομημένο ώστε οι καθηγητές να διορίζονται από τους πολιτικούς σε διάφορες χρυσοπληρωμένες θέσεις ινστιτούτων και κέντρων ερευνών και συνεπώς να ελέγχονται από αυτούς.

Διότι στην ουσία κανείς δεν εκπροσωπεί τους πολίτες ενώ η περιφέρεια είναι πολιτικά αποκλεισμένη.

«Έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν». Η Ελληνική περιφέρεια είναι υποταγμένη στα κόμματα (άρθρο 102§5 του συντάγματος), ενώ επηρεάζεται και ελέγχεται χρηματικά από το υδροκέφαλο κράτος. Ταυτόχρονα, οι εκπρόσωποι της περιφέρειας, οι βουλευτές, δεν ακούν ποτέ την άποψη και τη θέληση των πολιτών της περιοχής που εκπροσωπούν και καταλήγουν να ψηφίζουν σύμφωνα με την κομματική γραμμή και θέση. Χωρίς δηλαδή να αφουγκράζονται τις ανάγκες και τα θέλω μας, οι πολιτικοί μας θυμούνται προεκλογικά κάθε τέσσερα χρόνια ενώ λαμβάνουν αποφάσεις για εμάς, χωρίς εμάς και πολλές φορές εναντίον μας.

Διότι η Κοινωνία των Πολιτών στην Ελλάδας βρίσκεται σε μόνιμο πολιτικό κλοιό και διαρκή επίθεση.

«Η χώρα διαλύεται και εμείς δεν κάνουμε τίποτα». Οι οργανώσεις  της Κοινωνίας των Πολιτών είναι η μόνη εναλλακτική διέξοδος πολιτικής συμμετοχής στα κοινά και προσπάθειας επιρροής της πολιτικής στη χώρα, άμεσα από τους πολίτες. Δυστυχώς, η πλειοψηφία των εν λόγω οργανώσεων λειτουργούσαν για χρόνια ως προτεκτοράτα και μονοπώλια των πολιτικών. Ταυτόχρονα, η πολιτική ηγεσία κατηύθυνε κοινοτικά κονδύλια (προγράμματα ΕΣΠΑ) σε «επίλεκτους» οργανισμούς της αρεσκείας της με αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό πολλών πολιτικών και τη λειτουργία διαφόρων ΜΚΟ ως κάστρα-ξεπλύματος μαύρου χρήματος. Τα γεγονότα αυτά όχι μόνο απέκλεισαν κάθε δημιουργική συμμετοχή των πολιτών μέσω των εν λόγω οργανισμών αλλά έπληξαν το κύρος και την εμπιστοσύνη ακόμα και των οργανισμών αυτών που πράγματι εξυπηρετούν τους πολίτες.

Διότι οι δυνατότητες πολιτικής συμμετοχής των πολιτών στη χώρα είναι ανύπαρκτες.

«Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι». Το σύνταγμα και οι νόμοι της Ελλάδας όχι απλά δεν προβλέπουν αλλά ρητώς απαγορεύουν στους πολίτες να συμμετέχουν με δημοκρατικές διαδικασίες στην πολιτική ζωή. Διάφορες δημοκρατικές ιδέες και μέθοδοι συμμετοχής είναι ανύπαρκτες και κυνηγημένες στην Ελλάδα όπως τα δημοψηφίσματα από τους πολίτες, η νομοθετική πρωτοβουλία πολιτών, η ανάκληση/μομφή νόμων και αξιωματούχων, η λογοδοσία απερχόμενων αξιωματούχων, ο συμμετοχικός προϋπολογισμός, κτλ. Αυτός ο θεσμικός αποκλεισμός των πολιτών από τη λήψη αποφάσεων μας καθιστά αδύναμους να αλλάξουμε έστω και το παραμικρό πολιτικό κακώς κείμενο που δυσκολεύει ή δυσχεραίνει τη ζωή μας.

Αυτή η αδυναμία συμμετοχής, σε συνδυασμό με την ελεγχόμενη πληροφόρηση και ενημέρωση και με την συστηματική συγκάλυψη της αλήθειας από τους πολιτικούς, έχει οδηγήσει στην πλήρη ματαίωση των προσπαθειών του ενεργού και υπεύθυνου πολίτη. Παρόλα αυτά, η Κοινωνία των Πολιτών παραμένει και αναδεικνύεται ως η μόνη υγιής και δυναμική εναλλακτική για την πολιτική και κυρίως πολιτειακή διέξοδο και αλλαγή.

Διότι το σύνταγμα και το πολίτευμα μας δεν είναι Δημοκρατία! Η πολιτική επιστήμη και ιστορία αποδεικνύουν πως η αντιπροσωπευτική κρατική οργάνωση (με πολιτικούς μεσάζοντες) ουδεμία σχέση έχει με το πολίτευμα της Δημοκρατίας (άμεση συμμετοχή των πολιτών) αλλά αντιθέτως συνιστά μια πρώτης τάξεως συνταγματική Ολιγαρχία (Republic).

Στη χώρα μας, ούτε υιοθετούνται ούτε αναδεικνύονται οι εφαρμογές και οι δυνατότητες της Δημοκρατίας στη σύγχρονη εποχή. Οι πολιτικοί ρητορεύουν πως υπερασπίζονται τη Δημοκρατία, την ίδια στιγμή που πασχίζουν να οχυρώσουν τις ολιγαρχικές τους εξουσίες. Ταυτόχρονα, η άρχουσα πολιτική τάξη καπηλεύεται και διαστρεβλώνει την έννοια της Δημοκρατίας, την συνδέει με την ανεπάρκεια και την αποτυχία και τη φθείρει στα μάτια των πολιτών. Αντιδημοκρατικά μέτρα όπως η «ελεύθερη» εκλογή προαποφασισμένων (με χρήσμα) αντιπροσώπων προβάλλονται ως δημοκρατικές εγγυήσεις και κατακτήσεις, ενώ υπονομεύουν ακόμα περισσότερο το πραγματικό πολίτευμα της Δημοκρατίας που λείπει από τη χώρα μας.

Τελικά, αν για κάτι πρέπει να φταίνε οι πολίτες, τότε φταίμε επειδή αναπαράγουμε και διαιωνίζουμε τις αυθαίρετες γενικεύσεις που μας προσάπτει το πολιτικό σύστημα. Γενικεύσεις οι οποίες φθείρουν την κοινωνική μας συνοχή, μας στρέφουν τον ένα ενάντια στον άλλο και μας κάνουν εύκολα διαχειρίσιμους από ένα ανάξιο και αναξιόπιστο πολιτικό σύστημα. Αντιστοίχως, είναι δική μας ευθύνη σε μία τόσο δύσκολή περίοδο για τη χώρα, να κοιτάξουμε το δάσος και όχι το δέντρο, να εντοπίσουμε τα σημεία που μας ενώνουν και όχι αυτά που μας χωρίζουν, να καταλάβουμε εν τέλει πως η κρίση είναι πολιτειακή.

Το ποιος φταίει λοιπόν είναι προφανές. Φταίει το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα, το σύνταγμα και το Πολίτευμά μας. Η πιο απεχθής όμως κατηγορία δεν είναι αυτή της ευθύνης αλλά αυτή της δύναμης. Το σύστημα και οι πολιτικοί του καθώς μας επιρρίπτουν ευθύνες, ταυτόχρονα μας πείθουν για τη πολιτική μας δύναμη και ισχύ. «Για να φταίνε οι πολίτες», και για να έφεραν τα πράγματα ως εδώ, τότε οι πολίτες έχουν δύναμη. Και αν οι πολίτες έχουν ήδη δύναμη και επιρροή δεν χρειάζεται να έχουν και αξιώσεις για περισσότερη και μεγαλύτερη συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας τους. Και αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη μας ήττα.

Ας τελειώσουμε μια και καλή λοιπόν με την τυφλή και εγκληματικά εύκολη κατηγορία εναντίον των πολιτών και ας γυρίσουμε την πλάτη στους ειδικούς, τεχνοκράτες και λοιπούς επαΐοντες οι οποίοι αναζητούν τη λύση σε θεωρήματα, κατασκευάσματα και οικονομικές φόρμουλες.

Την επόμενη φορά που θα ακούσετε απελπισία ή κατηγορία, ξέρετε πώς να αντιδράσετε. Μοιραστείτε τη γνώση.

Η Ελλάδα χρειάζεται νέο, και επιτέλους Δημοκρατικό Σύνταγμα και Πολίτευμα. Και το χρειάζεται από τους Έλληνες πολίτες.

 

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 2 Comments

ΣΥΝΙΔΡΥΤΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

fathers

Σήμερα, ολόκληρη η ανθρωπότητα γνωρίζει πως η Δημοκρατία ως έννοια, σύνολο πολιτικών ιδεών και πρακτικών, και εν γένει ως πολίτευμα, γεννήθηκε στην Αθήνα τον 5ο με 6ο αιώνα π.Χ.

Αυτό που είναι ίσως λιγότερο γνωστό είναι πως ο ακριβής τόπος γέννησης της Δημοκρατίας είναι η Αρχαία Αγορά των Αθηνών. Ο διάλογος, η Παρρησία, η Ισηγορία, η Ισονομία και η Δικαιοσύνη είναι λίγες μόνο από τις υψηλές ιδέες που γεννήθηκαν στο πολιτιστικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο των Αθηνών. Οι πρωτοποριακές αυτές ιδέες συνετέλεσαν στην ίδρυση αλλά και επικράτηση της Δημοκρατίας.

Ακόμα λιγότερο γνωστό – έως και άγνωστο στις μέρες μας – είναι το ποιος δημιούργησε τελικά τη Δημοκρατία. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει κάποιος «πατέρας» της Δημοκρατίας. Κανένας μεγάλος αρχηγός, ηγέτης ή πολιτικός ήρωας. Άλλωστε η Δημοκρατία δεν βασίζεται σε σωτήρες αλλά στη δύναμη των πολιτών. Κάποιοι ισχυροί και ενεργοί πολίτες ήταν αυτοί που δημιούργησαν τους πρώτους Δημοκρατικούς πολιτειακούς θεσμούς – οι Συνιδρυτές της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με την πολιτική ιστορία, η Δημοκρατία θεμελιώθηκε αρχικώς από τον Σόλωνα, απέκτησε ουσιαστικό περιεχόμενο και βάθος από τον Κλεισθένη, ενισχύθηκε και θωρακίσθηκε από τον Εφιάλτη, ενώ προσέλαβε ποιοτικά  χαρακτηριστικά και ολοκληρώθηκε από τον Περικλή.

 

ΣΟΛΩΝ

Ο Σόλων ο δίκαιος ήταν ο πρώτος. Έχοντας ταξιδέψει και μελετήσει ποικίλους νόμους, ο Αθηναίος νομοθέτης εφάρμοσε ευβούλως στην Αθηναϊκή πολιτεία τη «σεισάχθεια», απελευθερώνοντας όσους πολίτες είχαν υποδουλωθεί, ενώ ταυτόχρονα παρείχε αμνηστία για αδικήματα που επέφεραν απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων. Κατανοώντας την ουσία του πολιτειακού ζητήματος, ο Σόλων αναγνώρισε με ευθυκρισία πως για την επίτευξη της κοινωνικής Δικαιοσύνης οι πολίτες χρειάζονται τα πολιτικά τους δικαιώματά (Ισονομία).

Στο ίδιο πνεύμα, ο Σόλων έδωσε για πρώτη φορά στους θήτες (το κατώτερο κοινωνικό στρώμα) το δικαίωμα συμμετοχής στην Εκκλησία του Δήμου και στην Ηλιαία, ως ένορκοι. Μέσω της Ηλιαίας, η οποία ήλεγχε μετά από καταγγελία οποιουδήποτε παράνομες ενέργειες των αρχόντων οι οποίοι έβλαπταν την πολιτεία ή κάποιον πολίτη (ακόμα και δούλο), οι πολίτες απέκτησαν τις πρώτες ελεγκτικές εξουσίες τους.

Τέλος, ιδρύοντας λαϊκά δικαστήρια με δικαίωμα προσφυγής σ’ αυτά όσων δεν ήθελαν να δικαστούν από τους άρχοντες και παρουσιάζοντας το θεσμό της έφεσης κατά δικαστικών αποφάσεων ενώπιον του δήμου, ο Σόλων έσπασε το μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας από τους επαγγελματίες πολιτικούς και δικαστές, και έθεσε έτσι τις βάσεις για να καταστεί ο δήμος κύριος της πολιτείας.

 

ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ

Επόμενος συνθεμελιωτής της Δημοκρατίας υπήρξε ο Κλεισθένης. Αφού πέτυχε την ανατροπή του Ισαγόρα, του Κλεομένη και της τυραννίδας, ο Αλκμεωνίδης πολιτικός διαίρεσε την Αττική σε δήμους των τριάντα μερών – δέκα από την πόλη (Άστυ), δέκα από την παραλία και δέκα από την ενδοχώρα (Μεσόγαια). Επιπλέον, όρισε με κλήρο τρεις δήμοι να σχηματίζουν μια φυλή, έτσι ώστε κάθε φυλή να βρίσκεται και να εκπροσωπείται σε όλα τα σημεία της πόλης. Το μέτρο αυτό ένωσε ουσιαστικά με κοινή μοίρα πολίτες από διαφορετικές περιοχές, και συνεπώς από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, επιτυγχάνοντας μια πρωτοποριακή πολιτική και κοινωνική ισότητα. Η κατάργηση της κατοχής γης ως προϋπόθεση για την ιδιότητα του πολίτη, η ενσωμάτωση νέων πολιτών (ξένοι κάτοικοι ή απελευθερωμένοι δούλοι) και η δυνατότητα των θητών να υπηρετούν την Αθήνα μέσω του στόλου, ενίσχυσε περαιτέρω το αίσθημα της πολιτικής ισότητας ενώ διέλυσε τις παλιές πολιτικοκοινωνικές δομές της ολιγαρχικής Αθήνας. Επιπροσθέτως, τόσο οι φυλές όσο και οι δήμοι απέκτησαν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, με δική τους εκκλησία, περιουσία και ταμείο, κάτι το οποίο οδήγησε στην αναγκαία αποκέντρωση της πολιτικής εξουσίας.

Το γενικότερο πολιτικό πνεύμα των επί Κλεισθένη μεταρρυθμίσεων έδωσε τη δυνατότητα συμμετοχής στα κοινά όλων των πολιτών (Ισοκρατία), χωρίς περιορισμούς (Παρρησία), με επιδίωξη τη λήψη συναινετικών αποφάσεων μετά από δημόσια συζήτηση (Ισηγορία). Τα νέα Κλεισθένεια μέτρα του οστρακισμού (η νόμιμη εξορία ενός πολίτη που αποτελούσε κίνδυνο για τη Δημοκρατία) και της δοκιμασίας (εξέταση της καταλληλότητας των υποψηφίων για κάποιο αξίωμα) λειτούργησαν ως θρυαλλίδα για τον απόλυτο έλεγχο των πολιτικών αξιωματούχων από τους πολίτες.

 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Στη συνέχεια, τις δημοκρατικές πρωτοβουλίες επεξέτεινε ο αδιάφθορος Εφιάλτης, γιος του Σοφωνίδη. Ο υπέρμαχος και υπερασπιστής των πολιτών Εφιάλτης τόλμησε να πολεμήσει ευθαρσώς το ισχυρότατο πολιτικό και ολιγαρχικό κατεστημένο της εποχής. Εκφράζοντας τη θέληση των πολιτών κατόρθωσε και αφαίρεσε τις πολιτικές και περιόρισε τις δικαστικές αρμοδιότητες και εξουσίες του αντιδημοκρατικού και ολιγαρχικότατου Αρείου Πάγου. Τις εναπομείνασες εξουσίες του, τις μετέφερε στη Βουλή και την Εκκλησία του Δήμου – τα πολιτειακά όργανα των πολιτών. Πλέον, το υψηλότερο αξίωμα στη Δημοκρατία, ήταν αυτό του πολίτη. Δική του πολιτική πρωτοβουλία ήταν και η γραφή των παρανόμων, σύμφωνα με την οποία κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να εγείρει αγωγή κατά διοικητικών πράξεων και νόμων τους οποίους έκρινε αντισυνταγματικούς ή παράνομους. Η γραφή παρανόμων υπήρξε το τελειωτικό χτύπημα εναντίον της κακονομίας και των μισοδήμων νόμων. Για τις μεταρρυθμίσεις του αυτές ο Εφιάλτης δολοφονήθηκε από τη φθίνουσα ολιγαρχική τάξη.

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Τέλος, ο Περικλής, θιασώτης του Δημοκρατικού ιδεώδους, συνέχισε το δρόμο της δημοκρατικής ολοκλήρωσης. Πολιτειακά, ο υψιπέτης Στρατηγός απογύμνωσε το αριστοκρατικό αξίωμα των εννέα αρχόντων από κάθε ουσιαστική εξουσία. Πολιτικά, ο Περικλής εισήγαγε τη «μισθοφορά», δηλαδή την πληρωμή μισθού σε όλους τους κληρωτούς άρχοντες, μέτρο που εξασφάλισε ίσες ευκαιρίες πολιτικής συμμετοχής για όλους, ενώ με εισήγησή του θεσπίστηκε η δωρεάν εκπαίδευση των απόρων και η κρατική επιχορήγηση τους για την παρακολούθηση των δραματικών αγώνων («θεωρικά»). Με τις τελευταίες αυτές μεταρρυθμίσεις, η Αθήνα απέκτησε την απόλυτη και «Χρυσή» Δημοκρατική ολοκλήρωση, προστατεύοντας τους πολίτες που συμμετείχαν στην πολιτική από το χρηματισμό και τη διαφθορά, και καλλιεργώντας πολιτικό πολιτισμό και πολιτική παιδεία για όλους.

 

ΣΥΝΙΔΡΥΤΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η αλήθεια είναι πως οι πραγματικοί Συνιδρυτές της Δημοκρατίας ήταν οι απλοί πολίτες. Οι πολίτες εκείνοι που διαπραγματεύθηκαν, συζήτησαν, υποδέχθηκαν, εφάρμοσαν και υπερασπίστηκαν τη Δημοκρατία και την κατέστησαν ένα λαμπρό πολίτευμα – κειμήλιο για την ιστορία και την ανθρωπότητα. Αυτοί ήταν η πηγή έμπνευσης της Δημοκρατίας αλλά και ο λόγος της επιτυχίας της. Αυτοί συνδιαμόρφωσαν και συνδημιούργησαν τη Δημοκρατία. Έτσι και εμείς σήμερα, οι Έλληνες πολίτες μπορούμε να γίνουμε αυτοί που θα συνδημιουργήσουν, θα αναγεννήσουν τη Δημοκρατία και θα την επαναφέρουν ως πολιτειακή επιλογή για την Ελλάδα και τον κόσμο.

Αν ανατρέξει κανείς στα σημαντικά στοιχεία και τις πολιτικοκοινωνικές αλλαγές που επέφεραν οι τέσσερις αρχαίοι πολιτικοί και επισημάνθηκαν στο κείμενο, διακρίνει εύκολα το δημοκρατικό κενό του σήμερα και τις πολιτικές αλλά κυρίως πολιτειακές ανάγκες της Ελλάδας στην εποχή μας.

Η Ελλάδα χρειάζεται νέο, και επιτέλους Δημοκρατικό Σύνταγμα και Πολίτευμα. Και το χρειάζεται από τους Έλληνες πολίτες.

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 30/01/2014

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 3 Comments

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Τον 2ο αιώνα π.Χ. η Ρωμαϊκή Republic αρχίζει και αναδεικνύεται ως η κυρίαρχη δύναμη της Μεσογείου. Το 168 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατανικούν και καθυποτάσσουν τους Μακεδόνες. Ύστερα από την νίκη της αυτή η Ρωμαϊκή Γερουσία στράφηκε εναντίον των λοιπών Ελλήνων που αρνήθηκαν να την υποστηρίξουν στο πόλεμο με τη Μακεδονία, και συγκεκριμένα, εναντίον της Ρόδου. Ως αντίποινα, και αποδεικνύοντας περίτρανα πως η οικονομική της μαχητικότητα ήταν εξίσου δεινή με την πολεμική, η Ρώμη δημιουργεί ένα πανίσχυρο λιμάνι στη Δήλο, απαλλαγμένο από φορολογία, το οποίο και δίνει στην Αθήνα να το αξιοποιήσει. Σε διάστημα λίγων μηνών, η Ρόδος παύει να είναι το εμπορικό κέντρο της Μεσογείου και καταστρέφεται οικονομικά. Παράλληλα, οι Αθηναίοι αποκτούν μεγάλο πλούτο με απότομο και άπληστο τρόπο.

Έχοντας την πλήρη υποστήριξη της Ρώμης, το Αθηναϊκό νόμισμα αναδεικνύεται ως κοινό μέσο συναλλαγής για όλο τον Ελληνικό κόσμο. Η ραγδαία ανάπτυξη του εμπορίου ωφελεί κυρίως τη Ρώμη, ως Υπερδύναμη του τότε κόσμου (όπως ακριβώς γίνεται και σήμερα με τις Η.Π.Α.), και τα λιμάνια των Αθηνών και της Δήλου γεμίζουν με Ιταλικά και Ρωμαϊκά εμπορικά πλοία. Η ανερχόμενη οικονομική ελίτ των Αθηνών, αρχίζει για πρώτη φορά να ονειρεύεται. Αυτή τη φορά όμως τα όνειρα δεν ήταν για πολιτισμό ή Δημοκρατία, αλλά για την μόνη εναπομείνασα επιλογή: το κυνήγι του κέρδους και του αδίστακτου πλουτισμού.

Η άνοδος της ελίτ αυτής προφανώς δεν ξάφνιαζε κανέναν την εποχή που η Δημοκρατία ήταν ανύπαρκτη και η Republic κυριαρχούσε. Ωστόσο, για τη γενέτειρα και τον λίκνο της Δημοκρατίας, η εμφάνιση του πολιτεύματος της Republic αποτελούσε ξεκάθαρη ύβρη και ο πληθυσμός των Αθηνών διψούσε για Ελευθερία και Δημοκρατία. Η απόλυτη προσβολή όμως πραγματοποιήθηκε από την Ρωμαϊκή Γερουσία, η οποία επέτρεψε τη λειτουργία κάποιων ελάχιστων Δημοκρατικών θεσμών στην Αθήνα, για να την καταστήσει ένα τουριστικό θεματικό πάρκο στο οποίο οι νέοι Ρωμαίοι θα μπορούσαν να ταξιδέψουν και να βιώσουν την Ελληνική ιστορία! Οι θεσμοί που είχαν επιβιώσει ήταν οι πλέον Ολιγαρχικοί του Αθηναϊκού Πολιτεύματος, όπως ο Άρειος Πάγος και οι εκλεγμένοι (και όχι κληρωτοί) αντιπρόσωποι. Βασικά δηλαδή στοιχεία πολιτεύματος Republic. Το μονοδιάστατο αυτό εκλογικό σύστημα είχε ως αποτέλεσμα την συγκέντρωση πολιτικής ισχύος στα χέρια λίγων, πλούσιων και επιφανών ανδρών, αλλά και των δηλημόνων, όπως ακριβώς συνέβαινε και στη Ρώμη. Από την άλλη, τα δημοκρατικά ψήγματα τα οποία είχαν επιτραπεί στην Αθήνα, ήταν στην ουσία δημοκρατικοφανή δώρα, άνευ ουσίας και νοήματος, ικανά να βυθίζουν τους πολίτες στον πολιτικό λήθαργο και να τους καθυποτάσσουν στην οικονομική ελίτ της Αθήνας και την πολιτική ηγεσία των Ρωμαίων (οι συσχετισμοί με το σήμερα είναι εκτυφλωτικοί). Το ποτήρι ξεχείλισε όταν η Αθήνα άρχισε να φαντάζει λιγότερο με μουσείο και περισσότερο με ζωολογικό κήπο, όπου οι Δημοκρατικές ιδέες και οι υποδουλωμένοι πολίτες έμοιαζαν με εκθέματα στα Ρωμαϊκά κλουβιά.

Συγκεκριμένα, με απόφαση της Ρώμης τα Αθηναϊκά ιερά είχαν κλείσει, ενώ είχαν επίσης απαγορευτεί οι εορτασμοί και τα μυστήρια (Ελευσίνια, κτλ.). Οι Αθηναίοι υπέστησαν επίσης το κλείσιμο των γυμναστηρίων, των θεάτρων και των δικαστηρίων τους. Η Πνύκα, το κέντρο της βούλησης των Πολιτών μέσω της Εκκλησίας του Δήμου δεν χρησιμοποιείτο, ενώ οι φιλοσοφικές σχολές ήταν φιμωμένες από τη Ρωμαϊκή λογοκρισία. Στην πολιτική κατάσταση, οι Ρωμαίοι είχαν απαγορεύσει την εκλογή Αρχόντων, κάτι που οι Αθηναίοι αποκαλούσαν αναρχία (δίχως Άρχοντες). Είναι φανερό από τις ομοιότητες πως οι σημερινές δοκιμασίες του έθνους μας δεν είναι πρωτοφανείς για τους Έλληνες.

Την εποχή εκείνη, λοιπόν, οι μόνοι που αποφάσισαν να αντιδράσουν ήταν οι φιλόσοφοι. Έχοντας επιτύχει μια Πλατωνική μέθεξη Φιλόσοφου και πολιτικού, οι Περιπατητικοί φιλόσοφοιΑθηνίων και Απελλικών αποφάσισαν να επιφέρουν Αριστοτελικές μεταρρυθμίσεις στην πόλη τους. Ο Αθηνίων, φιλόσοφος και ρήτορας, μιλώντας από το Βήμα της Αγοράς, κάλεσε τους Αθηναίους να αντισταθούν στην αναρχία και τον εκμαυλισμό της πόλης τους. Ενθουσιασμένοι οι Αθηναίοι Πολίτες τον εξέλεξαν αμέσως Στρατηγό. Οι φιλόσοφοι Απελλικών και Αθηνίων, πέραν της ακαδημαϊκής κοινότητας, εκπροσωπούσαν και μία άλλη ανερχόμενη μερίδα των Αθηνών: αυτή των Αθηναίων και μη, Πολιτών, με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και δικαιώματα που απαιτούσαν Ισότητα. Κινούμενοι άμεσα, οι Περιπατητικοί παρουσίασαν Συνταγματικές μεταρρυθμίσεις στην Αθήνα, οι οποίες έσπασαν το παραδοσιακό μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας από τις οικονομικές ελίτ, επέστρεψαν τη δύναμη στα χέρια των Πολιτών και αναστήλωσαν την Δημοκρατία. Η Αθηναϊκή οικονομική ελίτ που για δεκαετίες επιβουλεύονταν τους πολίτες, διακρίνοντας τον κίνδυνο, έσπευσε να εγκαταλείψει την πόλη και να ζητήσει πολιτικό άσυλο και προστασία στην πατριαρχική Ρώμη. Τον ίδιο δρόμο βέβαια ακολούθησαν και οι Ρωμαίοι επιχειρηματίες που διοικούσαν και καταδυνάστευαν τη Δημοκρατική Πρωτεύουσα.

Η αναγέννηση της Δημοκρατίας συνδυάστηκε με εορτασμούς και συγκίνηση. Ταυτόχρονα όμως συνδυάστηκε και με τη συμμαχία της Αθήνας με τον απόλυτο εχθρό της Ρώμης, τον Βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη. Ο περσικής καταγωγής βασιλέας των Ελλήνων του Πόντου, ονειρευόταν τον εαυτό του ως σύγχρονο Αλέξανδρο και κατακτητή των Ρωμαίων. Έχοντας απελευθερώσει τα παράλια της Μικράς Ασίας από Ρωμαϊκά χέρια, ο Μιθριδάτης ζήτησε από τους Αθηναίους να επαναστατήσουν, ενώ τους υποσχέθηκε πως θα τους επέτρεπε να διατηρήσουν τη Δημοκρατία τους. Οι δύο πλευρές συνειδητοποίησαν ότι χρειαζόταν η μία την άλλη. Οι μεν Αθηναίοι γνώριζαν πως δεν θα μπορούσαν να αναστηλώσουν τη Δημοκρατία τους όσο τελούσαν υπό Ρωμαϊκό ζυγό, ενώ ο δε Μιθριδάτης επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει την Αθηναϊκή επανάσταση ως αντιπερισπασμό απέναντι στα Ρωμαϊκά στρατεύματα. Το 88 π.Χ. η Αθήνα κήρυξε την Ανεξαρτησία της και οι δύο πλευρές επισφράγισαν τη συμμαχία τους έχοντας τα μάτια της Ρώμης καρφωμένα πάνω τους.

Η χαρά των Αθηναίων δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ. Την άνοιξη του 87 π.Χ. ο Lucius Cornelius Sulla (Σύλλας), ο Ερημωτής των Ελλήνων, αποβιβάστηκε στην Ελλάδα. Έχοντας υπερισχύσει στην πολιτική του διαμάχη με τον πρώην αρχηγό του, Μάριο, ο Σύλλας κατέφθασε στην Αθήνα απολαμβάνοντας την πλήρη υποστήριξη της Ρωμαϊκής Γερουσίας. Αν και οι εντολές που είχε ήταν να καταπνίξει την επανάσταση, η βδελυγμία που ένοιωθε για το Ελληνικό πνεύμα και το Ελληνικό ιδεώδες της Δημοκρατίας προδιέγραψε την επικείμενη σφαγή. Ο τυχερός (αυτοαποκαλείτο Felix), ικανότατος και αδίστακτος Ρωμαίος Στρατηγός, είχε κάτω από τις διαταγές του πέντε από τις ισχυρότερες Ρωμαϊκές λεγεώνες όλων των εποχών. Όταν αντίκρισε τα τείχη των Αθηνών, ο Σύλλας διέταξε τους στρατιώτες του να ξεριζώσουν τις αρχαίες ελιές κάτω από τις οποίες δίδαξε ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης και να φτιάξουν πολιορκητικές μηχανές. Ο φρικτός λιμός που έπληξε την πόλη ήταν αυτός που άνοιξε τις πύλες των Αθηνών στις μαινόμενες Ρωμαϊκές λεγεώνες. Ο Σύλλας έδωσε την άδεια στους στρατιώτες του να ληστέψουν και να σκοτώσουν κατά το δοκούν, όμως οι περήφανοι Αθηναίοι δεν σκόπευαν να του κάνουν τη χάρη. Κανείς δεν είχε ξεχάσει την απάνθρωπη και βέβηλη καταστροφή της ένδοξης Κορίνθου από τον Σύλλα, και για το λόγο αυτό, πολλοί Αθηναίοι, αρνούμενοι να δεχτούν μια αντίστοιχη μοίρα, αψήφησαν τη Ρωμαϊκή σπάθα και αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν. Μετά την πράξη αυτή, το μίσος του Σύλλα δεν είχε όρια. Το λιμάνι του Πειραιά έγινε συντρίμμια, η Ακρόπολη καταληστεύτηκε, και όσοι συμμετείχαν στην Δημοκρατική κυβέρνηση σφαγιάστηκαν, ενώ οι υποστηρικτές τους έχασαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αποχωρώντας, ο Ρωμαίος στρατηγός, και καθώς το αίμα έρρεε από το κέντρο των Αθηνών προς τα προάστια, διέταξε την επιστροφή της εξουσίας στην Αθηναϊκή οικονομική ελίτ που είχε αυτοεξοριστεί στη Ρώμη. Η Republic είχε νικήσει.

Η εκδίκηση όμως εναντίον των Πολιτών που τόλμησαν ευθαρσώς να πολεμήσουν για τη Δημοκρατία δεν τελείωσε εδώ. Έχοντας εξοντώσει το Μιθριδατικό στρατό, ο Σύλλας επέστρεψε στην Αθήνα το 84 π.Χ. για να ληστέψει με την ησυχία του την πολιτιστική πρωτεύουσα της ανθρωπότητας. Οι στύλοι στο Ναό του Διός ξηλώθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, οι αθλητές των Ολυμπιακών αγώνων υποδουλώθηκαν και στάλθηκαν στην πρωτεύουσα της Republic για να τσακιστεί το Ολυμπιακό πνεύμα και ιδεώδες, ενώ οι περίφημες Αθηναϊκές βιβλιοθήκες με τον ακαδημαϊκό και πολιτιστικό πλούτο ξεγυμνώθηκαν και έγιναν ερείπια. Πλέον, αν κάποιος από τον γνωστό κόσμο επιθυμούσε να σπουδάσει τις διδαχές του Αριστοτέλη, έπρεπε να πάει στη Ρώμη. Η εκδίκηση του Σύλλα εναντίον της Ελληνικής φιλοσοφίας ήταν γλυκιά.

Κάπως έτσι σύντομα και άδοξα έσβησε η τελευταία στιγμή της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Έχοντας υπομείνει για χρόνια τον Ολιγαρχικό ζυγό των οικονομικών ελίτ (εσωτερικών και αλλότριων), το 88 π.Χ. οι ελευθερόφρονες Αθηναίοι αποτίναξαν τον ζυγό και ύψωσαν τη σημαία της Δημοκρατίας, της Ισότητας, της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας. Αφ’ ενός το κυνήγι του κέρδους και αφ’ ετέρου η επέλαση ξένων στρατών, επέφεραν τη θανάτωση της Δημοκρατίας στη πόλη που πρώτη την εμπνεύστηκε και που με αυτή μεγαλούργησε. Η Ελλάδα, ως ενωμένη χώρα πλέον, θα οδηγηθεί στους επόμενους αιώνες από το ένα μοναρχικό πολίτευμα στο άλλο για να καταλήξει το 1974 σε μία εισαγόμενη Republic (Ολιγαρχία) του χαμηλότερου επιπέδου και ποιότητας. Σε ένα πολιτικό σύστημα και Σύνταγμα που συντηρεί τις άθλιες και ανθελληνικές πολιτικοοικονομικές ελίτ και καταδυναστεύει τις ζωές μας μέχρι και σήμερα.

Ας τονιστεί και ας καταστεί σαφές λοιπόν πως η τελευταία στιγμή της μίας και πραγματικής Δημοκρατίας για τους Έλληνες ήταν στην Αθήνα του 88 π.Χ. Αυτή είναι η ιστορική μας αλήθεια. Από τότε η χώρα μας δεν έχει γευτεί ξανά τους πολιτικούς καρπούς του Ελληνικού αυτού πολιτεύματος. Η σημερινή και σύγχρονη Republic είναι πραγματικά ένα πολιτικό έκτρωμα το οποίο έχει επιβληθεί στην πατρίδα μας και εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τις Ελληνικές αλλά και αλλότριες ελίτ και τα συμφέροντά τους με ένα διαχρονικό τρόπο που μας καθιστά περίοικους στην ίδια μας τη χώρα. Όπως συνέβαινε και επί Ρωμαϊκής κατοχής, οι εναπομείναντες κίβδηλοι δημοκρατικοί θεσμοί του σήμερα είναι δημοκρατικοφανή ψήγματα που ενώ δίνουν την εντύπωση ελευθερίας, ουσιαστικά σφετερίζονται την έννοια της Δημοκρατίας και υποδουλώνουν περισσότερο την Ελλάδα στους κοινοβουλευτικούς μας «αντιπρόσωπους» και τα αφεντικά της «πολιτισμένης Δύσης». Οι αντίστοιχοι πολιτικοί και επιχειρηματίες που δρούσαν ως δωσίλογοι εναντίον μας στους Ρωμαίους, μηδίζουν και σήμερα και εκμεταλλεύονται τη χώρα και τους Πολίτες της. Οι αντίστοιχοι απάτριδες πολιτικοί και επιχειρηματίες θα σπεύσουν να φύγουν μακριά (κάποιοι το έχουν ήδη κάνει) όταν εμείς οι Πολίτες ανακτήσουμε την πολιτική εξουσία της χώρας μας και επαναφέρουμε τη Δημοκρατία ως πολίτευμα μετά από 2.000 χρόνια απουσίας. Το αμάρτημα της παγκόσμιας Δημοκρατικής απουσίας ευτυχώς είναι ιάσιμο και οι πρωταγωνιστές θα είναι για ακόμη μια φορά οι Έλληνες.

Η Δημοκρατία φαίνεται να έχει αποτύχει και είτε απουσιάζει είτε διαστρεβλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Republic φαίνεται να έχει νικήσει και επικρατήσει. Η Δημοκρατική αναγέννηση, λοιπόν, προς όφελος της Ελλάδας αλλά και της ανθρωπότητας, είναι ιερή αποστολή και πεπρωμένο των Ελλήνων Πολιτών. Η Ελλάδα χρειάζεται νέο, Ελληνικό και επιτέλους Δημοκρατικό πολίτευμα και Σύνταγμα.

Για την ηθική νίκη και επικράτηση της Δημοκρατίας.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΝΕΛΣΟΝ “ΜΑΝΤΙΜΠΑ” ΜΑΝΤΕΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Ο Μαντίμπα ήταν σίγουρα ο τελευταίος μεγάλος πολιτικός της εποχής μας.

Στις μέρες μας, η πολιτική έχει χάσει πραγματικά κάθε νόημα και σκοπό αλλά ευτυχώς η ζωή και το έργο κάποιων μεγάλων πολιτικών, όπως ήταν ο Μαντίμπα, μπορεί να μας θυμίσει το ιδεώδες μιας πολιτικής υπέρ του πολίτη και υπέρ της ανθρωπότητας. Από τη μία η ζωή του Μαντίμπα, του πολιτικού με την απέραντη καλοσύνη και το φωτεινό χαμόγελο και από την άλλη η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύουν ποιες είναι οι αξιώσεις που πρέπει να έχουμε ως πολίτες από τους εκάστοτε πολιτικούς  της εποχής μας:

Ο Μαντίμπα ήταν πετυχημένος δικηγόρος και πρωτοπόρος στο αντικείμενό του καθώς είχε το μοναδικό νομικό γραφείο στη Ν. Αφρική που ήταν στελεχωμένο από «παιδιά της Αφρικής» και όχι από λευκούς αποικιοκράτες. Ακολουθώντας ένα τελείως διαφορετικό μονοπάτι, οι πολιτικοί του σήμερα είναι συνήθως αβροδίαιτοι επαγγελματίες-πολιτευτές, «αντιπρόσωποι» των πολιτών, δίχως καμία εργασιακή εμπειρία ή καταξίωση.

Το 1952 ο Μαντίμπα κινήθηκε στα βήματα του Μόχαντας “Μαχάτμα” Γκάντι και ξεκίνησε μια Ειρηνική Εκστρατεία κατά του απεχθούς Απαρτχάιντ που μάστιζε τη χώρα του.  Παρόλα αυτά, ο Μαντίμπα ήταν ένας απλός άνθρωπος και πολλές φορές υπέκυπτε σε σφάλματα πηγαίνοντας ενάντια και στην ίδια του τη φύση, πάντα όμως με γνώμονα το καλό της πατρίδος του. Το 1960 εκτελείται η «Σφαγή στο Sharpeville» όπου οι κατοχικές αστυνομικές δυνάμεις δολοφονούν 69 ειρηνικούς αφρικανούς διαδηλωτές. Εξοργισμένος ο Μαντίμπα αποδέχεται τη χρήση βίας για την απελευθέρωση της χώρας του. Μέσα από το λάθος τους αυτό ο Μαντίμπα θα εξαγνιστεί και θα αναδειχθεί ισχυρότερος από ποτέ. Ταυτόχρονα, κάθε σφάλμα, κάθε κακοδιαχείριση, κάθε απάτη και κάθε πράξη διαφθοράς από τους πολιτικούς του σήμερα φαίνεται πως γίνεται για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών και πολλές φορές ενάντια στο κοινό και συλλογικό συμφέρον.

Ο Μαντίμπα ήταν δεινός ρήτορας. Όταν συνελήφθη το 1962, αρνήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του στη δίκη και αντ’ αυτού εξέδωσε έναν τρίωρο πολιτικό λόγο υπέρ της Ελευθερίας της Αφρικανικής ηπείρου. Η ποινή εναντίον του ήταν ισόβια κάθειρξη. Η ίδια ρητορική τέχνη που δημιουργήθηκε κατά την αρχαιότητα και τελειοποιήθηκε από Έλληνες, έχει καταλήξει σήμερα να υποβαθμίζεται σε χέρια συκοφαντών και δημαγωγών.

Τα επόμενα δεκαοχτώ χρόνια ο Μαντίμπα θα τα περάσει σε ένα κελί διαστάσεων 2,4 επί 2,1 μέτρων. Το πάντα δημιουργικό πνεύμα του βρήκε διέξοδο στην κηπουρική τέχνη και στην επαφή και τη φροντίδα της φύσης. Μία από τις πολλές μικρές του μάχες στη φυλακή ήταν η διαρκής απαίτηση χώρου για τον κήπο του, υπερασπιζόμενος κατά αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα των πολιτικών κρατουμένων για αξιοπρέπεια. Στον ελεύθερο του χρόνου, πάντα ανοιχτόμυαλος και διορατικός, δίδασκε στους συγκρατούμενους του, μελετούσε το Ισλάμ ενώ προσευχόταν σαν Χριστιανός και μάθαινε την «Αφρικάανς» (τη γλώσσα των αποικιοκρατών) για να μπορεί να επικοινωνεί με τους λευκούς δεσμοφύλακες και να τους εντάξει στο σκοπό του. Ο Μαντίμπα θα παραμείνει φυλακισμένος για τρεις συνολικά δεκαετίες για να απελευθερωθεί το 1990 και να λάμψει με το χαμόγελό του όλη η ανθρωπότητα. Στον αντίποδα, οι πολιτικοί του σήμερα φαίνονται αδύναμοι να κατανοήσουν αντίθετες απόψεις και προοπτικές και περιχαρακώνονται σε κενά πολιτικο-ιδεολογικά στεγανά, διχάζοντας κατά αυτό τον τρόπο τους εαυτούς τους αλλά και τους υπόλοιπους πολίτες.

Ο Μαντίμπα ήταν εμπνευσμένος. Όταν αποφυλακίστηκε, μετά από δεκαετίες εξαθλίωσης και βασανιστηρίων, ο Μαντίμπα είχε μέσα του μόνο κατανόηση και αγάπη. Έχοντας συγχωρέσει ήδη τους βασανιστές και δεσμοφύλακές του, το μοναδικό του μέλημα ήταν η ομόνοια του έθνους του. Κατά αυτόν τον τρόπο ο Μαντίμπα είχε συλλάβει ένα χειροπιαστό εθνικό όραμα για τη χώρα του – τη συμφιλίωση. Αντιθέτως και κοιτώντας στο σήμερα, η μείωση του χρέους, η πάταξη της  φοροδιαφυγής ή η επίλυση του μεταναστευτικού δεν αποτελούν οράματα παρά μόνο «ενδιάμεσες» πολιτικές, οι διευθετήσεις των οποίων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάτι θετικό, μεγάλο, ενωτικό και δημιουργικό – ένα σύγχρονο όραμα που απουσιάζει για δεκαετίες από την Ελλάδα.

Ο Μαντίμπα ήταν υπεράνω ιδεολογιών. Με το τέλος του Απαρτχάιντ και τις επικείμενες εκλογές  ο Μαντίμπα έθεσε τον εαυτό του υπεράνω πολιτικών ιδεολογιών ενώ είχε ως μοναδικό μέλημα την πατρίδα του. Ο Μαντίμπα ήταν επίσης υπεράνω κομμάτων. Υπερκομματικός όπως ο Περικλής και ο George Washington, ο Μαντίμπα αποφάσισε με ευθυκρισία ως ο πρώτος Αφρικανός Πρόεδρος της χώρας του, να δημιουργήσει μια κυβέρνησης εθνικής ομόνοιας έτσι ώστε να εκπροσωπείται απόλυτα και η λευκή μειοψηφία. Κάνοντας το ένα βήμα παραπάνω, διόρισε τον F. W. de Klerk, τελευταίο πρόεδρο του Απαρτχάιντ, ως πρώτο Αναπληρωτή Πρόεδρο στην κυβέρνησή του. Οι σημερινές κυβερνήσεις συνεργασίας δημιουργούνται αποκλειστικά λόγω πολιτικού αποτελέσματος και έλλειψης αυτοδυναμίας – είναι δηλαδή υποχρεωτικοί συνασπισμοί αντιπάλων και όχι ειλικρινής αλληλοϋποστήριξη πολιτικών για το γενικότερο καλό και συμφέρον. Αυτό βέβαια είναι αναμενόμενο δεδομένης της σκληρής και απόλυτης κομματικοποίησης της πολιτικής ζωής στην εποχή μας και του μονοπωλίου της εξουσίας από τα κόμματα.

Ο Μαντίμπα ήταν ενωτικός. Υπέρμαχος της φιλοσοφικής έννοιας «ουμπούντου» (πίστη σε έναν οικουμενικό δεσμό που ενώνει όλη την ανθρωπότητα), ο Μαντίμπα κάλεσε ως Πρόεδρος το έθνος να συγχωρέσει τον εαυτό του και να ζήσει με ειρήνη και ομόνοια. Με το τέλος του Απαρτχάιντ και βλέποντας διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις λευκών και Αφρικανών έτοιμες να κατασπαράξουν τη χώρα με τη βία και το μίσος, ο Μαντίμπα αποφάσισε να καλέσει τον δεσμοφύλακα του στην πρώτη σειρά των επισήμων κατά την τελετή της προεδρικής του ορκωμοσίας και να δηλώσει με αυτό τον τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα: «Αν εγώ μπορώ να συγχωρέσω αυτόν που με φυλάκισε και με κακομεταχειρίστηκε, τότε σίγουρα μπορείτε και εσείς να συγχωρέσετε τους γείτονές σας». Οι πολίτες τον άκουσαν και οι προβοκάτορες έχασαν την επιχειρηματολογία των λόγων και των όπλων τους.  Οι ίδιοι προβοκάτορες σήμερα βρίσκουν χώρο για να εκφράσουν τη ρητορική του μίσους πατώντας πάνω στα διασπαστικά και εθνοκτόνα σχόλια των πολιτικών μας, οι οποίοι βασίζονται στην κοινωνική διχόνοια για να τραβήξουν τους πολίτες μακριά από τα δικά τους λάθη και ανεπάρκειες.

Ως δεινός πολιτικός, ο Μαντίμπα επέφερε την πολυπόθητη εθνική ειρήνη και ομόνοια μέσω υψηλής (υπουργοποίηση λευκών πολιτικών) αλλά και χαμηλής πολιτικής (υποστήριξη του Ράγκμπυ ως εθνικού αθλήματος). Σήμερα, κάθε έκφανση της πολιτικής πρακτικής φαίνεται πως έχει αποτύχει, ενώ η αποτυχία αυτή είναι και ο λόγος απαξίωσης της πολιτικής και της απομάκρυνσης των πολιτών από τα δημόσια θέματα.

Ο Μαντίμπα εκπροσωπούσε και εξέφραζε τους συμπολίτες του και στη διεθνή πολιτική σκηνή, όπου ως Γενικός Γραμματέας της «Κίνησης των Αδεσμεύτων Χωρών» κατηγόρησε το Ισραήλ για τις σοβινιστικές πολιτικές του κατά των Παλαιστινίων και μετέπειτα χαρακτήρισε ως «τραγωδία» την επέμβαση των Η.Π.Α. στο Ιράκ. Στον αντίποδα δεσπόζουν οι Έλληνες πολιτικοί, οι οποίοι ταγμένοι υπέρ της μίας ή της άλλη ξένης δύναμης, προχωρούν σε δηλώσεις και πράξεις που δεν εκφράζουν τους Έλληνες πολίτες.

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του Μαντίμπα ήταν η πολιτική ηθική και το πολιτικό μεγαλείο τα οποία τον οδήγησαν ως έναν σύγχρονο Cincinattus, στο να μην ξαναθέσει υποψηφιότητα για την προεδρία και να αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή μετά από μία μόνο θητεία, ενώ η επανεκλογή του σε περίπτωση που το επιθυμούσε θεωρείτο δεδομένη. Η εκλογή και τα πολιτικά αξιώματα φαίνονται όμως πως είναι το κυριότερο μέλημα των πολιτικών της χώρας μας οι οποίοι δεν διστάζουν να θεσιθηρούν και να θυσιάζουν πολιτικές απόψεις, συμμαχίες και ιδεολογίες για την πολυπόθητη εκλογική νίκη.

Το πλέον όμως σημαντικό ήταν πως ο Μαντίμπα συνέχισε να προσφέρει εθελοντικά, αδιάκοπα και ανιδιοτελώς στη χώρα και στους συμπολίτες του. Αμέσως μετά την αποχώρησή του από τα κοινά δημιούργησε ένα κοινωφελές Ίδρυμα, με σκοπό να καταπολεμήσει τη μάστιγα του HIV/AIDS, να προωθήσει την αγροτική ανάπτυξη και τη δημιουργία σχολείων. Αν και όλα τα ανωτέρω στοιχεία και χαρακτηριστικά είναι μοναδικά και ενώνοντάς τα μπορεί να αναδημιουργήσει κανείς το παζλ του μεγαλείου του Μαντίμπα, αξίζει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο τελευταίο στοιχείο αυτού του εμπνευσμένου πολιτικού, την διαρκή προσφορά του μετά την αποχώρηση από την πολιτική ζωή. Όταν δηλαδή κάθε του πράξη δεν είχε πολιτικό σκοπό ή σκοπιμότητα αλλά εξέφραζε τον ειλικρινή του πόθο για προσφορά. Έναν πόθο που σίγουρα δεν μοιράζονται οι πολιτικοί του σήμερα οι οποίοι αντί να χρησιμοποιούν το πολιτικό τους κεφάλαιο για να προσφέρουν στους πολίτες, αντιθέτως εκμεταλλεύονται τη φήμη τους για ιδιοτελείς σκοπούς: προσωπική και επαγγελματική επιτυχία για το άμεσο κοινωνικό τους περιβάλλον και φυσικά για τους ίδιους. Την ίδια επαγγελματική επιτυχία που όπως προαναφέρθηκε δεν κατέκτησαν ποτέ πριν ασχοληθούν με την πολιτική..

Η περαιτέρω σύγκριση με τον Μαντίμπα βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη.

Είναι αλήθεια πως δεν υπάρχουν πολιτικοί του αναστήματος του Μαντίμπα πουθενά σήμερα στον κόσμο. Κανείς πολιτικός της εποχής μας δεν μοιράζεται τα ευγενή χαρακτηριστικά του. Δίχως αυτά βέβαια, η πολιτική δεν μπορεί να θεωρηθεί πως δρα υπέρ των πολιτών και εύλογα λοιπόν συμπεραίνεται πως η κατωτέρου τύπου πολιτική δεν υπηρετεί ποτέ τους πολίτες. Σε μια εποχή λοιπόν που οι πολίτες δεν εκπροσωπούνται από μεγάλους και εμπνευσμένους πολιτικούς οι διέξοδοι για την κοινωνία είναι δύο. Η προφανής διέξοδος είναι η αναμονή για έναν υπερ-πολιτικό, ένα πολιτικό-σωτήρα. Η διέξοδος που μας προσφέρει όμως η ιστορία του Μαντίμπα είναι διαφορετική – προϋποθέτει την άμεση συμμετοχή των πολιτών, με τη μορφή κινήματος, ή όπως θα το ονομάζαμε στην Ελλάδα, προϋποθέτει Δημοκρατία. Η ιστορία του Μαντίμπα δεν είναι η ιστορία ενός ήρωα που οι πολιτικοί του σήμερα θα ήθελαν να πιστεύουμε. Είναι η ιστορία όλων αυτών των ανθρώπων της Ν. Αφρικής που υπερέβησαν τους εαυτούς τους όπως οι Walter Sisulu, Ahmed Kathrada, Steven Biko και Oliver Tambo. Κυρίως όμως είναι η ιστορία των απλών πολιτών που διψούσαν για Ελευθερία και Δικαιοσύνη. Των χιλιάδων πολιτών που διαμαρτυρήθηκαν, αγωνίσθηκαν, υπέφεραν και τελικά νίκησαν το Απαρτχάιντ και το μίσος στη Νότια Αφρική. Ήταν η συλλογική προσπάθεια και συμμετοχή αυτών των ανθρώπων που έγραψε μία από τις πιο επικές και ηρωικές ιστορίες του 20ου αιώνα.

Η ιστορία του Μαντίμπα λοιπόν απλώνει το φως στη για καιρό ξεχασμένη ιστορία της συμμετοχής, και της Δημοκρατίας. Την ιστορία της στιγμής που οι πολίτες αποκτούν την εξουσία στα χέρια τους και αναδημιουργούν την πολιτική πραγματικότητα και τη ζωή τους.

Δεν νομίζω πως είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος που θα το πει, αλλά θεωρώ πως πρέπει να ευγνωμονούμε την αρχαία και περήφανη Αφρικανική ήπειρο που χάρισε τον Μαντίμπα στην ανθρωπότητα. Ο Τάτα (πατέρας) του Νοτιοαφρικανικού έθνους, θα μας υπενθυμίζει για πάντα και για όσο υπάρχει Ιστορία, τι σημαίνει ευγενής πολιτική προσφορά και θα προκαλεί τους πολιτικούς της κάθε εποχής να υπερβούν τους εαυτούς τους και να ακολουθήσουν τα βήματα και τα επιτεύγματα μεγάλων πολιτικών προσωπικοτήτων, όπως του Νέλσον “Μαντίμπα” Μαντέλα.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ

Από τη Δημοκρατία στην ψευδο-δημοκρατία

Ενώ η Αθήνα βρισκόταν στον Χρυσό της Αιώνα, την ίδια στιγμή, κάπου κοντά αλλά ταυτόχρονα πολύ μακριά, μια άλλη πόλη δημιουργούσε κάτι νέο. Κάτι πανίσχυρο που θα κλόνιζε τη Μεσόγειο και θα κυριαρχούσε στον γνωστό τότε κόσμο.

Το 509 π.Χ. καταλύεται η μοναρχία στο Ρωμαϊκό Βασίλειο και τη θέση της αναλαμβάνει ένα νέο και αυτοδύναμο πολίτευμα. Την στιγμή αυτή η Ρώμη αναδεικνύει τη σπουδαιότερη προσφορά της στο πολιτικό πάνθεον της ανθρωπότητας: το πολίτευμα που ονομάζεται Republic (Res Publica Romana)[1]. Μέχρι το 300 π.Χ. το πολίτευμα αυτό είχε αποκρυσταλλωθεί. Στα ηνία του πολιτεύματος βρέθηκε ένα νέο και μοναδικό πολιτικό σώμα, το οποίο ονομάσθηκε Senatus. Η “Γερουσία” ήταν μια ιδέα που ξεκίνησε από την αρχαία Σπάρτη (το συμβούλιο των γερόντων του Λυκούργου), όπως ακριβώς ήταν και η ιδέα των δύο Υπάτων, που είχε βασιστεί στους δύο Βασιλείς των Λακεδαιμονίων. Εδώ λοιπόν αναδεικνύεται μια μεγάλη αλήθεια. Το πολίτευμα που δημιουργήθηκε στη Ρώμη ήταν βασισμένο πάνω σε μια Ολιγαρχία, αντίθετο και επιθετικό της Δημοκρατίας. Η καινοτομία της Republic ήταν η δημιουργία φαινομενικών “αντιπροσώπων” των πολιτών, όπου οι πολίτες εγκατέλειπαν την διακυβέρνηση σε μια επαγγελματική Ολιγαρχία τέτοιου είδους αντιπροσώπων. Αντιπρόσωποι οι οποίοι ουσιαστικά εκπροσωπούσαν την εκάστοτε ελίτ της Ρώμης[2]. Η Γερουσία στο απόγειο της δύναμής της ανεδείχθη στο ισχυρότερο πολιτικό σώμα στην ιστορία του ανθρώπου μέχρι και σήμερα. Οι απεσταλμένοι της στον γνωστό κόσμο είχαν την πολιτική ισχύ υψηλόβαθμων διπλωματών, ενώ το ίδιο το σώμα ήλεγχε την Εκτελεστική, τη Νομοθετική αλλά και τη Δικαστική Εξουσία της Ρώμης. Η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών που πρώτος ανέπτυξε ο Αριστοτέλης και έκανε ευρέως γνωστή ο Montesquieu το 17ο αιώνα, είχε καταλυθεί από το πανίσχυρο σώμα της Γερουσίας.

Τα δύο κόμματα που συμμετείχαν στη Γερουσία, οι Populares (υποστηρικτές των πολιτών) και οι Optimates (άριστοι) ήταν και τα δύο αριστοκρατικά και στην ουσία αποτελούσαν την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία (ελίτ) της εποχής. Για την διατήρηση και αυτοσυντήρησή της, η Γερουσία χρησιμοποίησε διάφορες δημοκρατικοφανείς μεθόδους, όπως αυτή των εκλογών, ενώ στην ουσία έψαχνε και έβρισκε νομιμοποίηση απέναντι στους πολίτες μέσω των δημοκρατικών αυτών τεχνασμάτων. Κάθε φορά που κάποιος Ρωμαίος προσπάθησε να αναδειχθεί μέσω των εκλογών αυτών και να εκπροσωπήσει τους πολίτες και το δημόσιο καλό, όπως συνέβαινε σε μια Δημοκρατία, οι Ολιγάρχες της Γερουσίας τον δολοφονούσαν. Το μεγαλύτερο παράδειγμα εδώ είναι η δολοφονία του Τιβέριου Γράκχου, το 2ο αιώνα π.Χ., καθώς προσπαθούσε να υποστηρίξει τον αναδασμό της γης. Ο αδελφός του Γάιος Γράκχος, δέκα χρόνια αργότερα, αγωνίσθηκε για τον ίδιο πολιτικό στόχο και δολοφονήθηκε και αυτός επίσης από την Γερουσία.

Καθίσταται λοιπόν σαφές πως η Republic ήταν ένα πολίτευμα που δημιουργήθηκε στην αρχαία Ρώμη και ήταν εξ αρχής και επί της ουσίας μία Ολιγαρχία, με ανύπαρκτο διαχωρισμό Εξουσιών, με αντιπροσώπους των πολιτών, και φαινομενικά Δημοκρατικές ιδέες.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ. ο Οκταβιανός αποδεκάτισε τη στρατιωτική δύναμη του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας της Φιλοπάτορος στη Ναυμαχία του Ακτίου στο Ιόνιο πέλαγος, λίγο έξω από τη σημερινή πόλη της Πρέβεζας. Ως αποτέλεσμα της νίκης του αυτής, ο Οκταβιανός ανεδείχθη ως ο απόλυτος κυρίαρχος της Ρώμης και του γνωστού κόσμου. Το 27 π.Χ. ο Οκταβιανός υιοθέτησε τον τίτλο Princeps Civitatis (“Πρώτος Πολίτης”), διέλυσε την Republic και εγκαθίδρυσε το Imperium Romanum, γνωστό σε όλους μας ως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Γερουσία ήταν αυτή που του έδωσε τον τίτλο “Αύγουστος“, τον οποίο και υιοθετούσαν εφ’ εξής οι διάδοχοι αυτοκράτορες του Οκταβιανού. Έτσι, κάπως άδοξα, τελείωσε το μοναδικό αυτό πολίτευμα της Republic, το οποίο όμως δεν έμελλε να σβήσει εντελώς.

Η Ρωμαϊκή και μετέπειτα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επέζησαν για χρόνια σε μια εποχή που ολόκληρος ο γνωστός κόσμος υπέκυψε για ακόμα μια φορά σε μοναρχικού τύπου πολιτεύματα: Αυτοκρατορία, Τυραννίδα, Βασιλεία. Θα χρειαστεί να περάσουν δεκαοχτώ αιώνες για να υπάρξει και πάλι η ευκαιρία δημιουργίας κάτι νέου: ενός πολιτικού οικοδομήματος το οποίο δεν θα αποτελούσε μοναρχία.

 

Δημοκρατία ή Republic: το μεγάλο δίλημμα

Το 1774 ο Thomas Jefferson συνέταξε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Η.Π.Α. και οι πρώην Αγγλικές αποικίες επαναστάτησαν εναντίον της Βασιλείας και της εκμετάλλευσης από την Μεγάλη Βρετανία. Το μένος των πολιτών των Η.Π.Α. έναντι του Βασιλιά Γεώργιου του 3ου, οδήγησε σε μία τελεσίδικη άρνηση των “Αμερικανών” απέναντι σε κάθε τι μοναρχικό και αυταρχικό για το πολίτευμά που σκόπευαν να υιοθετήσουν.

Αφού κατέκτησαν την πολυπόθητη ανεξαρτησία τους, οι Η.Π.Α. στράφηκαν στους λιγοστούς και εμπνευσμένους ηγέτες αυτής της περιόδου για την πολιτική καθοδήγηση του νεοσύστατου κράτους. Οι ηγέτες αυτοί, οι “Πατέρες και Ιδρυτές των Η.Π.Α.“, ήταν μια πολυφωνική και ποικιλόμορφη ομάδα, η οποία ήταν επί της ουσίας μία πολιτική αλλά και οικονομική ελίτ. Η ελίτ αυτή είχε πρωτοδημιουργηθεί στις τοπικές βουλές των αποικιών, και έπειτα στις συνελεύσεις του Ηπειρωτικού Κογκρέσου, στο οποίο οι απλοί πολίτες δεν είχαν ούτε φωνή, ούτε εκπροσώπηση, αλλά πολλές φορές ούτε καν γνώση και ενημέρωση για το τι συνέβαινε.

Οι Πατέρες λοιπόν του Αμερικανικού Έθνους ήταν και οι συντάκτες του Συντάγματος των Η.Π.Α. το οποίο υιοθετήθηκε το 1787[3]. Κατά την διάρκεια των συζητήσεων των “Πατέρων”, οι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι Αμερικανοί πολιτικοί βρέθηκαν απέναντι σε ένα κυριολεκτικά πολύ σοβαρό δίλλημα. Συνειδητοποίησαν πως σε αντίθεση με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους στην ιστορία του κόσμου, είχαν μια μοναδική ευκαιρία να αποφασίσουν οι ίδιοι τη μοίρα και το πολίτευμά τους, χωρίς καμία επιρροή από εχθρούς, συμμάχους, γείτονες και ξένες δυνάμεις. Το δίλλημα, λοιπόν, ήταν ανάμεσα σε δύο πολιτεύματα, τα οποία ήταν υποψήφια για υιοθέτηση από τις Η.Π.Α. Το ένα ήταν το Ελληνικό πολίτευμα της Δημοκρατίας. Οι Πατέρες των Αμερικανών ήταν μεγάλοι θιασώτες του Ελληνικού πνεύματος, κυρίως της τέχνης και της φιλοσοφίας. Αντιθέτως, για θέματα πολιτικής πρακτικής και ρητορικής αντλούσαν την έμπνευσή τους από την αρχαία Ρώμη. Ταυτόχρονα, έκριναν και αποφάσισαν πως το πολυπληθές νεοσύστατο κράτος δεν θα μπορούσε να αντέξει, να καταστεί διαχειρίσιμο και να διοικηθεί εύκολα μέσω του Ελληνικού πολιτεύματος της Δημοκρατίας. Ο Πατέρας του Συντάγματος, James Madison, βλέποντας προς την Καλιφόρνια και διακρίνοντας την πιθανή εξάπλωση προς την Δύση, πίστεψε πως το μέγεθος της χώρας του θα χρειαζόταν κάτι διαφορετικό από τη Δημοκρατία. Άλλοι πάλι Πατέρες, όπως ο Alexander Hamilton, συμφώνησαν μαζί με τον Madison αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ο Hamilton πίστευε ότι μόνο μία ομάδα αρίστων και επίλεκτων θα μπορούσε να διαχειριστεί τα κοινά. Ενώ βέβαια ο ίδιος οραματιζόταν μια αριστοκρατία, ο φόβος του και το μίσος του για τον “όχλο” και τις “μάζες” τον έκαναν ανίκανο να συνειδητοποιήσει ότι υιοθετώντας το Ρωμαϊκό πολίτευμα της Republic, οδηγούσε ουσιαστικά τις Η.Π.Α. σε μία νέα αλλά κλασικού τύπου Ολιγαρχία. Μία Ολιγαρχία που αποτελείτο αφενός από την οικονομική ελίτ του Βορρά και αφετέρου από τους γαιοκτήμονες του Νότου, η οποία μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο κατέληξε στην απόλυτη Ολιγαρχία του Βορρά και του χρήματος, και της πολιτικής και οικονομικής ελίτ που κυβερνάει την ήπειρο μέχρι και στις μέρες μας.

Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, την ώρα που η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στο σκότος της Μοναρχίας και η Δημοκρατία ήταν παγκοσμίως ανύπαρκτη και απούσα, η Republic επανεμφανίστηκε στην ανθρωπότητα και αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένη να παραμείνει.

Η περίπτωση της Γαλλίας

Το 1789 η ανθρωπότητα επαναστατεί για ακόμη μια φορά κατά της Βασιλείας, συγκεκριμένα στη Γαλλία. Στις 14 Ιουλίου του 1789 οι Γάλλοι επαναστάτες λεηλατούν την Βαστίλη και αναγκάζουν τον Λουδοβίκο 16ο να συνθηκολογήσει. Η Νομοθετική Βουλή που προέκυψε ως το κυρίαρχο πολιτικό σώμα μετά την επανάσταση, είχε ως μοναδικό αλλά και πρόσφατο οδηγό επιτυχίας το Αμερικανικό Σύνταγμα του 1787 και προχώρησε αμέσως στην υιοθέτηση του Ρωμαϊκού πολιτεύματος της Republic[4]. Και σε αυτήν την περίπτωση, όπως και στην Αμερικανική, οι νόμοι δεν αποφασίζονταν απευθείας από κάθε πολίτη, όπως είχε πει ο Rousseau, αλλά μέσω των “αντιπροσώπων” τους, όπως πρέσβευε ο Sieyès.

Η Ολιγαρχία που δημιουργήθηκε στην επαναστατική Γαλλία, εξέφραζε τα συμφέροντα της αριστοκρατίας, μέλη της οποίας αποτελούσαν και την πλειοψηφία της Νομοθετικής Βουλής (π.χ. Marquis de La Fayette, πολιτική ομάδα των Feuillants, κτλ.). Η Republic αυτή ήταν θνησιγενής εξ αρχής και η μεγάλη οικονομική κρίση, οι ήττες στον πόλεμο με την Βοημία, την Αυστρία και την Ουγγαρία, και η συνειδητοποίηση των πολιτών ότι αντάλλαξαν το τυραννικό καθεστώς του Λουδοβίκου με την τυραννίδα των πλουσίων και των ευγενών, οδήγησαν στη δεύτερη Γαλλική Επανάσταση, στις 10 Αυγούστου 1792. Το κύριο αίτημα της επανάστασης αυτής ήταν η κατάργηση των προνομίων των ευγενών και η πραγματική ισότητα των πολιτών. Κυρίως όμως ήταν η απαίτηση για Δημοκρατία, το ξεχασμένο αυτό πολίτευμα που είχε σβήσει με την υποταγή της αρχαίας Ελλάδας στις Ρωμαϊκές λεγεώνες το 146 π.Χ..

Οι Γάλλοι συνειδητοποίησαν το 1792 πως την κυριαρχία σε μια πολιτεία την έχουν οι πολίτες και όχι οι αντιπρόσωποί τους[5]. Στην ουσία συνειδητοποίησαν πως η ισχύς των “αντιπροσώπων” είναι δευτερεύουσα και υπάρχει υπό την ανοχή και την εμπιστοσύνη των πολιτών, οι οποίοι μπορούν όποτε θέλουν, ελεύθερα να την ανακαλέσουν. Δυστυχώς, η ανθρωπότητα δεν θα μάθει ποτέ αν η Δημοκρατία θα μπορούσε να επικρατήσει και να λειτουργήσει στο τεράστιο Γαλλικό κράτος του 18ου αιώνα. Η άμεση δολοφονία του Λουδουβίκου, ο εμφύλιος πόλεμος που προκλήθηκε από την υποχρεωτική στράτευση, η Κυριαρχία του Τρόμου (ιδιαίτερα επί της εποχής του Robespierre), ο λανθασμένος ιδεολογικός “Δημοκρατικός επεκτατισμός” και οι στρατιωτικές ήττες οδήγησαν σε απανωτά πραξικοπήματα τα οποία κατέληξαν στην επάνοδο της μοναρχίας με την υποστήριξη μιας υποταγμένης πλέον Ολιγαρχίας, στην οποία ο νικητής Ναπολέων έκλεινε το μάτι αποδεχόμενος τον τίτλο του Πρώτου Ύπατου[6]. Ως νεότερος Οκταβιανός που ανακηρύχθηκε “Αύγουστος” από τη Ρωμαϊκή Γερουσία, ο Ναπολέων απετίναξε το μανδύα του Ύπατου όταν εδραιώθηκε στην εξουσία και ανακηρύχθηκε από την Γαλλική Γερουσία[7] ως Αυτοκράτορας των Γάλλων.

Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και επαναστάσεις

Η Ευρωπαϊκή ήπειρος στη συνέχεια βυθίστηκε για ακόμα μια φορά στο σκοτάδι της μοναρχίας και όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και επαναστάσεις είχαν δύο πρόσφατα παραδείγματα για να μελετήσουν και να αξιοποιήσουν. Την βραχύχρονη και επίδοξη Δημοκρατία της Γαλλίας, και την Republic της ανερχόμενης Αμερικανικής υπερδύναμης. Προφανώς, το πρώτο παράδειγμα ήταν προς αποφυγή ενώ το δεύτερο προς απομίμηση. Συνεπώς, κάθε χώρα που απελευθερωνόταν, κοιτούσε προς Δυσμάς για να δημιουργήσει έτσι το νέο της πολίτευμα – δηλαδή μια ακόμη Republic.

Το μυστικό εδώ είναι πως οι λέξεις αυτές, Δημοκρατία και Republic, και η διαφοροποίησή τους δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ, ούτε εξηγήθηκαν στους πολίτες. Ο όρος Republic άρχισε να σβήνει σιγά σιγά από την Αμερική και να αντικαθίσταται με τον όρο Δημοκρατία.. Ο λόγος ήταν η δημοκρατική νομιμοποίηση του καθεστώτος και της ηγεσίας των Ολιγαρχών. Με άλλα λόγια, η Republic ντύθηκε με τον μανδύα της Δημοκρατίας για να υπηρετήσει ακόμα καλύτερα και απόλυτα τα συμφέροντα της εκάστοτε ελίτ. Η λέξη Δημοκρατία οδηγούσε και οδηγεί ακόμα με την αγχίνου μνήμη στην Αρχαία Αθήνα, όπου τα όργανα της πολιτείας εξυπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό. Αυτόν ακριβώς το συνειρμό και αυτήν τη νομιμοποίηση αποζητούσαν και έβρισκαν οι Ολιγάρχες στη λέξη και την ανάμνηση της Δημοκρατίας, ενώ επί της ουσίας το πολίτευμα εξυπηρετούσε το ίδιον συμφέρον τους. Όπως και σε κάθε Republic συμβαίνει το ίδιο, τα όργανα της πολιτείας, δηλαδή, να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εκάστοτε πολιτικής και κοινωνικής ελίτ.

Με την επιτυχία του Αμερικανικού πειράματος, λοιπόν, και τη νομιμοποίηση αλλά και την όμορφη ανάμνηση της ταμπέλας της “Δημοκρατίας” ήταν εύλογο οι νέες χώρες που απελευθερωνόντουσαν να αγκαλιάσουν την Republic ως το δικό τους πολίτευμα και να εξυπηρετούνται μέσω αυτής τα συμφέροντα των ολίγων της κάθε χώρας.

Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι απαιτείται ο επιστημονικός διαχωρισμός των δύο πολιτευμάτων, Republic και Δημοκρατία, καθώς και η αποσαφήνιση της ιστορικής πολιτικής εξέλιξης της ανθρωπότητας βάσει αυτών. Ταυτόχρονα, είναι προφανές ότι η στρέβλωση του όρου “Δημοκρατία” συνεχίζεται ως και σήμερα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η Republic στη σύγχρονη μορφή της, και για να υπνωτίσει μία παγκόσμια κοινότητα πολιτών που ενημερώνεται και επικοινωνεί διαρκώς, έχει χρησιμοποιήσει νέες τακτικές συγκάλυψης και ψεύδους. Ίσως η πιο επικίνδυνη εξ αυτών είναι η “υποκατηγοριοποίηση” της Δημοκρατίας σε διάφορες “μικρότερες” μορφές της όπως: Άμεση, Αντιπροσωπευτική, Βασιλευόμενη, Ισλαμική, Κοινοβουλευτική, Προεδρευόμενη, Προεδρική, Ρεπουμπλικανική, Σοβιετική, Σοσιαλιστική, Συμμετοχική, Ρωμαϊκή, κ.ο.κ.

Οι υποκατηγορίες αυτές θολώνουν τα πολιτικά και πολιτειακά νερά και είναι πολλές φορές αρκετές για να οδηγήσουν αυτούς που αγνοούν την πολιτική ιστορία στην περιφρόνηση της Δημοκρατίας και την κρυφή και πολλές φορές υποσυνείδητη και χωρίς τη θέλησή τους υποστήριξη της Republic και της πολιτικής της σκευωρίας και πολιτειακής και ιδεολογικής καπηλείας. Προφανώς και οι λέξεις αυτές είναι απλοί νεολογισμοί, ανύπαρκτες έννοιες για ανύπαρκτα πολιτεύματα, μιας και η Δημοκρατία είναι μία όπως ορίζεται ιστορικά και από την πολιτική επιστήμη και δεν επιδέχεται επίθετα.

Εξίσου σημαντικό είναι να αναγνωρίσουμε πως κάθε προσπάθεια αναστήλωσης του αληθινού πολιτεύματος της Δημοκρατίας, οπουδήποτε στον κόσμο, θα μπει στο στόχαστρο των απανταχού ελίτ των Republic του πλανήτη, των οποίων τα συμφέροντα θα θίγοντας προφανώς άμεσα από μία τέτοια εξέλιξη.

Οι σύγχρονες δημοκρατικές ιδέες και προτάσεις[8] που ισχύουν ευτυχώς σε πολλές περιπτώσεις Republic ανά την υφήλιο, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για την επικείμενη αναγέννηση της Δημοκρατίας, αλλά δεν θα έπρεπε να θολώνουν ακόμα περισσότερο τα νερά και να συγχέουν δια της ύπαρξής τους τα δύο διαφορετικά πολιτεύματα. Ας μην ξεχνάμε ότι μικρές δημοκρατικές ιδέες είναι ανεκτές έως και θεμιτές από τις άρχουσες ελίτ των Republic, έτσι ώστε να διαιωνίζεται ο δημοκρατικός μύθος των πολιτευμάτων τους.

Θα ήθελα να μου επιτραπεί κλείνοντας, η μη επιστημονική κρίση και άποψη και να εξηγήσω πως η αναφορά στην επικείμενη αναγέννηση της Δημοκρατίας γίνεται λόγω της βαθειάς μου πεποίθησης πως το ευγενές αυτό πολίτευμα, που έχει παραμείνει νεκρό και ανεφάρμοστο τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια, μπορεί στη σύγχρονη εποχή να ξαναβρεί τη φωνή του. Αν η εποχή των μικρών πόλεων-κρατών της Ελλάδος στην αρχαιότητα μπορούσε να υποστηρίξει την Δημοκρατία με το μικρό πληθυσμό των πόλεων και την εύκολη συμμετοχή όλων στα κοινά, η επόμενη πραγματική ευκαιρία είναι όντως τώρα. Την εποχή δηλαδή που οι ραγδαίες εξελίξεις στην επικοινωνία και τις τεχνολογίες μπορούν να μας παρέχουν τις δυνατότητες για την αναγκαία αναγέννηση της Δημοκρατίας που θα εκφράσει όσο τίποτα τις νέες γενιές των πολιτών του κόσμου.

Η παραπάνω πολιτική ανάλυση οδήγησε στη σύνταξη της πρώτης «oλοκληρωμένης Συνταγματικής πρότασης για ένα νέο, μοναδικό, Ελληνικό και επιτέλους Δημοκρατικό πολίτευμα για τη σύγχρονη Ελλάδα», που εκδόθηκε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων, με τίτλο «Δημοκρατία, το Πολίτευμα που περιμέναμε».


[1]Εσκεμμένα τα σύγχρονα Ελληνικά και-μη, κείμενα αναφέρονται στην Republic ως “Ρωμαϊκή Δημοκρατία”, ένας ατυχής χαρακτηρισμός που θα προσέβαλε και τους Έλληνες αλλά και τους Ρωμαίους της εποχής. Res Public σημαίνει δημόσιες υποθέσεις. Αντιθέτως Δημο-κρατία σημαίνει πως εξουσιάζει η συνέλευση των πολιτών.

[2]Εδώ παρατηρούμε τη βασικότερη ίσως πολιτειακή διαφορά μεταξύ Republic και Δημοκρατίας. Η ύπαρξη αντιπροσώπων, του μεσάζοντα δηλαδή ο οποίος φέρεται πως εκπροσωπεί τους πολίτες και το δημόσιο συμφέρον.

[3]Δεν συμμετείχαν όλοι οι Πατέρες στη δημιουργία του Συντάγματος, ενώ συμμετείχαν και κάποιοι εκ των συντακτών του δεν συμπεριλαμβάνονται στους Πατέρες

[4]Ο Robespierre μάλιστα ήταν αντίθετος με μια Republic,η οποία πίστευε πως θα οδηγούσε σε Ολιγαρχία

[5]Το αντίθετο ισχύει σε κάθε Republic, όπου η κυριαρχία βρίσκεται στα όργανα του κράτους

[6]Υπενθυμίζεται πως αυτός ήταν ο τίτλος των δύο εκτελεστικών οργάνων της Ρωμαϊκής Γερουσίας, βασισμένος στους δύο βασιλείς της αρχαίας Σπάρτης

[7]Η ιστορία επαναλαμβάνεται

[8]Κάποιες μεταξύ των οποίων είναι οι υψηλότερες πολιτικές ιδέες όλων και οι οποίες έχουν διασώσει την ανθρωπότητα πολλές φορές από το σκοτάδι και το αδιέξοδο. Παραδείγματα είναι: Ελευθερία, Ισότητα, Ισηγορία, Ισονομία, Ισοπολιτεία, Δικαιοσύνη, Παρρησία, Διάλογος, Ανοχή, Ειρήνη, Κράτος Δικαίου, σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, Αξιοκρατία, Πνευματική Πυρανδρεία, σεβασμός και υιοθέτηση θεμάτων των μειονοτήτων, κ.α.

aaaa

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 5 Comments

Ο ΕΘΝΟΚΤΟΝΟΣ ΑΣΤΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ

Είναι χειμώνας και το κάτασπρο χιόνι απλώνεται σαν λευκό μυσταγωγικό πέπλο στη ζαλισμένη από λήθαργο μεγαλούπολη. Οι κάτοικοι της πόλης μένουν εγκλωβισμένοι στα σπίτια τους για να προστατευτούν από το τσουχτερό κρύο αλλά και τους κινδύνους που παραμονεύουν στα σκοτεινά σοκάκια, και έτσι αναζητούν την ζεστασιά και τη θαλπωρή στο οικογενειακό τζάκι.  

Κάποιος από τους γεροντότερους θα ξεκινήσει μία ιστορία για τα μεγαλεία του παρελθόντος. Τα παιδιά θα εκφράσουν την δυσαρέσκεια και βαρεμάρα τους αλλά ευτυχώς κάποιος θα τα γλιτώσει λέγοντας πως αυτές οι εποχές ανήκουν στο μακρινό παρελθόν. Στη συνέχεια, και αφού πλέον όλοι απολάυσουν τις εκλεκτές γιορτινές λιχουδιές, κάποιος θα ανοίξει το μεγάλο κουτί της τηλεόρασης για επιπλέον συντροφιά, μιας και πλέον η οικογένεια κοιτιέται διστακτικά και αμήχανα και κανείς δεν φαίνεται να έχει κάτι να πει.

Οι μεγαλύτεροι θα παρατηρήσουν με προσοχή και ευλάβεια τις ειδήσεις και θα φωνάξουν τα παιδιά να κάνουν ησυχία για να ακούσουν. Τα νέα είναι πολλά και συναρπαστικά, και δημοσιογράφοι, πολιτικοί, και κοινωνικά ινδάλματα μυούν την οικογένεια στην νέα σύγχρονη νοοτροπία και διδάσκουν το νέο ελληνικό ήθος. Ο κρύος αέρας που φυσάει έξω από το παράθυρο θα τσιρίξει κάτι αλλά κανείς πλέον δεν μπορεί να τον ακούσει..

..Και ξαφνικά, έτσι από το πουθενά, ως δια μαγείας, σαν το μαγικό μιας μικρής ατίθασης νεράιδας, σαν ένα αρχαίο και τρομακτικό παραμύθι το οποίο παίρνει ζωή, ο εθνοκτόνος αστικός μύθος ξαναπαίρνει μορφή στις συνειδήσεις των Ελλήνων.

—-

Δεκαετίες, αιώνας… Μέρες, μήνες, χρόνια…

Όλοι, οι απανταχού Έλληνες που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή εν ζωή, έχουμε όλοι μας έναν κοινό παρανομαστή. Έναν παρανομαστή ο οποίος μας διαιρεί και ταυτόχρονα μας μειώνει και μας αποδυναμώνει. Έχουμε αποδεχτεί όλοι μας πλήρως και χωρίς καμμία ένσταση έναν εθνοκτόνο αστικό μύθο.

Ο μύθος αυτός αποτελεί κοινό μυστικό για κάθε Έλληνα. Αυτό που όμως διαφεύγει από την αντίληψή μας είναι οι σκοποί του εν λόγω μύθου. Ο εθνοκτόνος αυτός αστικός μύθος είναι απόκρυφος, υποχθόνιος και υποσυνείδητος. Παρ’ όλα αυτά, μελετώντας την ιστορία, την δυναμική και το πεπρωμένο του Ελληνισμού, το πέπλο του μύθου διαλύεται σαν μια προσβλητική φάρσα και ο ίδιος απογυμνώνεται μπροστά στα μάτια μας:

Όλοι εμείς οι Έλληνες Πολίτες, μικροί και μεγάλοι, γυναίκες και άνδρες, πλούσιοι και φτωχοί, βόρειοι και νότιοι, κεντροελλαδίτες και νησιώτες, ιδεαλιστές και ρεαλιστές, προοδευτικοί και υπερασπιστές της παράδοσης, έχουμε υιοθετήσει -μέσω της διαδικασίας ενηλικίωσης, κοινωνικοποίησης και κοινωνικής ένταξης- έναν εξ’ ολοκλήρου εθνοβόρο αστικό μύθο. Η πλήρης αυτή αποδοχή συνέβη σε όλους μας με παρόμοιο τρόπο και από παρόμοια μέσα και θεσμούς της Ελληνικής πραγματικότητας. Μάθαμε για τον μύθο αυτό από τους παιδικούς μας φίλους, οι οποίοι παρά τις όσες διαφορές μας ποτέ δεν θα ήθελαν να μας κάνουν κακό, την οικογένειά μας που η μοναδική της αποστολή είναι να μας φροντίζει στα όποια εμπόδια της ζωής, να μας αγαπά χωρίς αντίτιμο και όρια, να μας στηρίζει σε κάθε ευγενές όνειρό μας και να μας υποστηρίζει στην κάθε αντίξοη προσπάθειά μας για δημιουργία και πρόοδο. Ενστερνιστήκαμε την ιστορία του αστικού μύθου από τους θεσμούς της Εκκλησίας και του Σχολείου, που παρά την υψηλή αποστολή που έχουν για την ενημέρωση, τη διαπαιδαγώγηση και τη μόρφωσή μας, μας μεταλαμπάδευσαν κάτι το οποίο οι θεσμοί αυτοί δυστυχώς δέχονται και με αδυναμία παραδέχονται. Ο μύθος αυτός έχει περάσει σε εμάς ακέραιος, ακατανίκητος και στις μέρες μας δυνατός όσο ποτέ.

Σύμφωνα με τη στιχομυθεία του εν λόγω μύθου, οι Έλληνες είναι ένας χαμένος πραγματικά λαός. Οι Έλληνες Πολίτες είναι δίχως μέλλον. Σύμφωνα με τον μύθο που μας εμφυτεύουν στο υποσυνείδητό μας, είμαστε άνθρωποι συνεπαρμένοι και εξαρτημένοι από οκνηρία και ραθυμία. Είμαστε ανίκανοι, απαίδευτοι, χωρίς τρόπους, φονιάδες της διανόησης, παιδιά μιας ανώτερης γενιάς την οποία απογοητεύσαμε πλήρως και δεν τολμάμε καν να κοιτάξουμε στα μάτια. Σύμφωνα με τον μύθο, είμαστε η ξεπεσμένη γενιά, το τελευταίο σκαλοπάτι, οι τυφλοί στο σκοτάδι της αμάθειας και της αδυναμίας. Σύμφωνα με το μύθο είμαστε το πρόβλημα, το λάθος, ό,τι χειρότερο έχει να αποδείξει το Ελληνικό γένος. Είμαστε οι καταδικασμένοι, οι άνθρωποι που είναι αδύναμοι να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους στα χέρια τους, να ελέγξουν την μοίρα τους και την μοίρα της χώρας τους. Σύμφωνα με τον μύθο είμαστε οι κάτοικοι μιας αδύναμης χώρας που σβήνει καρτερικά και αιμορραγεί λίγο-λίγο, χάνοντας τα νέα της παιδιά στις ξένες χώρες. Μιας χώρας χωρίς δυνατότητες, χωρίς πλουτοπαραγωγικές πηγές – μιας πραγματικά ευτελούς χώρας. Μιας μίζερης, κακόμοιρης, μικρής και ασήμαντης δικαιολογίας στο κέντρο της Μεσογείου.

Σύμφωνα με το μύθο είμαστε ανίκανοι να σκεφτούμε, ανίκανοι να κρίνουμε, ανίκανοι να απαιτήσουμε κάτι καλύτερο από την τωρινή αίσχιστη κατάστασή μας, και επιπλέον η κατάσταση αυτή μας αξίζει και ότι οποιαδήποτε αξίωση και απαίτηση από μέρους μας αποτελεί απλό και ωμό θράσος. Το χειρότερο όμως και το πιο απεχθές, είναι ότι σύμφωνα με τον εθνοφθόρο αστικό μύθο που μας κατασπαράζει για χρόνια σαν κακόβουλη ίωση, είναι ότι εμείς, οι Έλληνες Πολίτες, είμαστε η απόλυτη απογοήτευση στον ίδιο μας το εαυτό, και πάνω από όλα οι εκτελεστές των ερχόμενων γενεών, οι καταδικαστές των παιδιών μας…

Δεκαετίες, αιώνας… Μέρες, μήνες, χρόνια…

Όλη η στιχομυθεία του σάπιου αυτού μύθου απευθύνεται και κατηγορεί τους λάθους ανθρώπους. Όχι τους Έλληνες. Δεν είμαστε εμείς αυτοί. Όχι οι Έλληνες.

Μέσα από τις άφθαρτες σελίδες της ιστορίας αρχίζει να διαφαίνεται μια μεγάλη αλλαγή. Μια γενεσιουργός σπίθα υψώνεται περήφανα, και με έπαρση κατατροπώνει το σκοτεινό σάβανο του μύθου. Μία απαστράπτουσα ύπαρξη, μια Αυταπόδεικτη Αλήθεια σαρώνει και μεταμορφώνει σιγά-σιγά τους απανταχού Έλληνες Πολίτες.

Η επιβίωση του έθνους είναι γεγονός.

Αρνούμενοι την υποταγή στον φόβο, την τυραννία και τον μυστικισμό του απεχθούς αυτού μύθου – δυνάστη, αναγνωρίζουμε τα στυγερά ψεύδη όλων αυτών των πολιτικών, δημοσιογραφικών και κοινωνικών ελίτ που δημιούργησαν και αναμοχλεύουν τον μύθο για να μας κρατήσουν υποταγμένους στην δική τους μετριότητα, ανικανότητα, άγνοια και ανυπαρξία. Μία ομάδα – μεσαιωνική σέκτα, ένα κονκλάβιο ζηλωτών που θεοποιεί το μίσος το φθόνο και την ίντριγκα, που ακολουθεί και επιπλέον πρόστυχες τακτικές, όπως είναι η διάδοση του μεγαλείου των Αρχαίων Ελλήνων και η σταδιακή και ολική επανάπαυσή μας σε αυτό για να οδηγηθούμε και να παγιδευτούμε ξανά στην στέρεη μετριότητα της τωρινής μας πραγματικότητας. Οι δυνάμεις αυτές οδήγησαν και οδηγούν ακόμα την Ελλάδα στο αίμα και τις στάχτες.

Η Ελλάδα πρέπει να κατατροπώσει τον μύθο, ειδάλλως ο μύθος θα κατατροπώσει την Ελλάδα.

Υποστηριζόμενοι πλήρως από τις δυνάμεις της Διάνοιας, της Φρόνησης και της Σοφίας, αντιμετωπίζουμε και κρίνουμε τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ η Ελλάδα με 2.119 ώρες εργασίας το χρόνο κατέχει μία από τις υψηλότερες θέσεις στο μέσο όρο ετήσιας εργατικότητας, αφήνοντας πίσω της κατά πολύ λοιπές αναπτυγμένες χώρες. Επιπλέον ακόμα και στην δυσβάσταχτη περίοδο της οικονομικής κρίσης, έχουμε φροντίσει να αναδείξουμε Ηράκλεια αποθέματα αντοχής και ανθεκτικότητας, κρατώντας σταθερά τα επίπεδα καταναλωτικότητας και αποταμίευσης – από τα πιο υγιή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταυτόχρονα, και εν μέσω εχθρικών πυρών, παραμένουμε ηγετική δύναμη σε δημιουργικούς και σύγχρονους τομείς ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας όπως η Ναυτιλία (με το μεγαλύτερο στόλο παγκοσμίως) και ο Τουρισμός (με 17 εκ. τουρίστες ετησίως και αύξηση 25% το 2011). Τέλος, τα σαγηνευτικά παραμύθια της σύγχρονης Κακιστοκρατίας κατάφεραν να συμπεριλάβουν στον κακεντρεχή τους μύθο την απόκρυψη των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της χώρας μας, καθώς και την αστείρευτη δυναμική της Ελλάδος για ανάπτυξη και πρωτοκαθεδρία σε τομείς της εναλλακτικής ενέργειας.

Η αντοχή αποτελεί έμφυτο στοιχείο του χαρακτήρα μας και το κουράγιο μας δεν μας πρόδωσε ποτέ.

Εμπνευσμένοι απόλυτα από τις αρχές της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Ηθικής ξανα ανακαλύπτουμε το μεγαλείο μας και διεκδικούμε την κατάκτηση του πεπρωμένου μας. Συνειδητοποιούμε ότι είμαστε Έλληνες Πολίτες και αυτό μας δίνει τεράστια ώθηση για να διαπρέψουμε. Συνειδητοποιούμε ότι είμαστε οι συγκεκριμένοι Έλληνες Πολίτες με πανέμορφα όνειρα και μεγαλοπρεπείς αξιώσεις. Είμαστε άνθρωποι ελευφερόφρονες, ηθικοί, δυναμικοί, ενεργητικοί, ζωντανοί και ακμαίοι. Άνθρωποι οι οποίοι νοιάζονται για τους υπόλοιπους Πολίτες αλλά και για το γενικό καλό της Πατρίδας. Άνθρωποι αυτοδύναμοι οι οποίοι κάνουν τα πάντα για να φροντίσουν τους δικούς τους. Δεν υπάρχει άλλος λαός στο κόσμο με μεγαλύτερη λατρεία και αφοσίωση στα παιδιά του. Δεν υπάρχει κάτι στο οποίο θα διστάζαμε, πραγματικότητα που δεν θα αλλάζαμε, θυσία που δεν θα υπομέναμε για να φροντίσουμε τα παιδιά μας και για να τους αφήσουμε μία καλύτερη Ελλάδα και μία καλύτερη ζωή. Σε αυτό είμαστε μοναδικοί και ασύγκριτοι.

Ταυτόχρονα είμαστε και δημιουργικές μονάδες –μέλη ενός ανώτερου συνόλου που σκοπό έχει την επιδίωξη υψηλών επιτευγμάτων. Είμαστε Έλληνες Πολίτες: άνθρωποι ευαίσθητοποιημένοι για την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας μας, με δίψα και ανιδιοτελή όρεξη να ασχοληθούμε, να αναμειχθούμε και να συνδράμουμε στη βελτίωση της ζωής όλων μας και στην πολιτική ενδυνάμωση της χώρας.

Επίσης, είμαστε Πολίτες του Κόσμου: άνθρωποι ευαίσθητοι για τα προβλήματα του πλανήτη και κόσμου μας, τις ανάγκες και κινδύνους του, συμμετέχοντας σε οργανώσεις για την ενίσχυση και σωτηρία του.

Ταυτόχρονα είμαστε άνθρωποι-ανθρωπιστές με βαθειά και ιστορική κατανόηση του πόθου για Δημοκρατία και Ελευθερία και του καθήκοντος να προσφέρουμε τη συνδρομή μας με κάθε τρόπο στην προσπάθεια ανεξαρτησίας  των καταπιεσμένων όλου του κόσμου.

Συνειδητοποιούμε επίσης ότι ο ήλιος ποτέ δεν έλαμψε σε αξιότερη και δυνατότερη χώρα. Η δυναμική της Ελλάδος είναι πράγματι ατέρμονη. Πολλές φορές αυτό το Έθνος δοκιμάστηκε από τους αγγελιοφόρους της τυραννίας και του μυστικισμού, τους πρεσβευτές της υποταγής και της ταπείνωσης, τους προασπιστές του πνευματικού σκότους και του εξανδραποδισμού της ψυχής, τους καγκελάριους της βαρβαρότητας, τους σφετεριστές των προσπαθειών και των Αξιών μας. Οι Πολίτες μας όμως είναι, ήταν και θα είναι μέχρι το τέλος οι ιεροί υπέρμαχοι της Δημοκρατίας. Αυτά που μας χωρίζουν είναι ποταπά ψήγματα μπροστά στο Ελληνικό Έπος το οποίο μας ενώνει. Η δύναμή μας δεν βρίσκεται στον αριθμό αλλά στην ενότητά μας.

Κάθε φορά που μείναμε ενωμένοι, γονατίσαμε αυτοκρατορίες, υπερασπιστήκαμε Αξίες, αποκρούσαμε το κύμμα της βαρβαρότητας που εξαπλωνόταν κατά του Δυτικού πολιτισμού, συμφιλιώσαμε ορκισμένους αντιπάλους, υποτάξαμε τον δεσποτισμό, δημιουργήσαμε «θαύματα του κόσμου», πατάξαμε καταστροφικές και επεκτατικές ιδεολογίες, δαμάσαμε θρησκείες, ανυψώσαμε το Ανθρώπινο γένος και πνεύμα, υπερβήκαμε τα ανθρώπινα όρια και αλλάξαμε τον ρου της Ιστορίας.

Έτσι και τώρα, φιλοδοξούμε να γράψουμε το δικό μας προσωπικό κεφάλαιο στον αρχαιότερο τόμο της ανθρωπότητας – αυτόν του Ελληνισμού. Φιλοδοξούμε να δούμε την Ελλάδα να δεσπόζει ως μία Μεγάλη Δύναμη, Ανθρωπιστική, Εκπαιδευτική, Ενεργειακή, Τουριστική, Πολιτιστική – όπως ακριβώς της αξίζει.

Είμαστε άνθρωποι αδιάφθορης και ακλόνητης ακεραιότητας, φίλοι της Ειρήνης, θαυμαστές της Δημοκρατίας, αφοσιωμένοι στην Δικαιοσύνη, και πολέμιοι του κρατισμού, της ομαδοποίησης και της διάσπασης.

Αναλαμβάνοντας το χρέος μας στην Ιστορία και απέναντι στον καλύτερό μας εαυτό, γινόμαστε δημιουργικές δυνάμεις πρωτοπορίας και προόδου. Η νέα ενθουσιώδης και νουνεχής γενιά των Ελλήνων προάγει διεθνώς τον Πολιτισμό και την Δημοκρατία προσθέτοντας τις δικές τις ρηξικέλευθες αξίες στο οπλοστάσιο της Ανθρωπότητας:

Πολιτεία, και θεσμοί άμεσης Δημοκρατίας. Δημοψηφίσματα, πολιτική πρωτοβουλία (νομοθετική, και συνταγματικής αναθεώρησης), πολιτική πρόταση μομφής (κατά παντός εκλεγμένου αξιωματούχου), λογοδοσία (κάθε απερχόμενου αξιωματούχου), είναι λίγα μόνο από τα στοιχεία με τα οποία θέλουμε να εμπλουτίσουμε τη χώρα μας και να ενισχύσουμε έτσι παγκοσμίως το ρόλο, την συμμετοχή και ουσιαστικά την έννοια του Πολίτη. Είναι οι δικές μας καθαρά ελληνικές ιδέες αυτές που θέτουν τον Πολίτη στο επίκεντρο της χώρας του – στο επίκεντρο του κόσμου.

Πνευματική Πυρανδρεία, είναι η έννοια που εξηγεί τα ατελείωτα ψυχικά μας αποθέματα, την ανάγκη μας για ανεξαρτησία, αυτοδιάθεση, αυτοσεβασμό, ελευθερία φρόνησης, προάσπισης των δικαιωμάτων μας, και ελευθερία από παράνομες και διαφθαρμένες κρατικές επιρροές, οχλήσεις και αποφάσεις που δεν μας εκπροσωπούν. Είναι επίσης η έννοια που εξηγεί και οριοθετεί την ύπαρξή μας στην Ελληνική κοινωνία ως αναπόσπαστα στοιχεία και συστατικά ενός πανέμορφου συνόλου.

Ηθική, είναι η υπέρβαση της δεδομένης λέξης από την σύγχρονη ελληνική απόδοση μιας κοσμοιστορικά πρωτοποριακής σύλληψης. Η νέα γενιά των Ελλήνων – οι νέοι Έλληνες Πολίτες γίνονται ευαγγελιστές μιας Ηθικής με την πλήρη σημασία της λέξης. Μιας Αιδούς που δεν υπόκειται σε εθνικές σκοπιμότητες και δεν περιορίζεται σε σύνορα κρατών. Μία Ηθική, της αξιοκρατίας, του μη συμβιβασμού, της αυτοθυσίας, της ανταμοιβής, μα πάνω από όλα μια Ηθική της Ανθρωπότητας. Η Ελλάδα μάχεται για να γίνει η πρώτη Ηθική Υπερδύναμη του πλανήτη.

Αυτή η χώρα, η απαρχή του Πολιτισμού, της σκέψης, και ουσιαστικά του Ανθρώπου, υπήρξε πάντα το απόρθητο άσυλο για τους κατατρεγμένους εραστές της Ελευθερίας. Οι Πολίτες της, αυτοδημιούργητοι, και γενναίοι πέρα από κάθε δυνατό θνητό όριο, μπορούν να δημιουργήσουν μία δύναμη μεγαλύτερη από κάθε χώρα που βρίσκεται κάτω από τους ουρανούς. Ας τραβήξουμε μία γραμμή, η οποία σαν μία πράξη λήθης θα θάψει στο παρελθόν κάθε τι που μας κρατούσε πίσω και μας περιόριζε.

Η επιβίωση και η ανύψωση του έθνους είναι γεγονός.

 

Η στοργική μητέρα βάζει τα παιδιά για ύπνο στα ζεστά τους κρεβάτια και τους υπόσχεται ότι αύριο ξεκινάει μία διαφορετική ιστορία για την Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει ένα μόνο μέλλον και μία μόνο μοίρα και αυτή είναι αιώνια και ένδοξη.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 1 Comment

ΦΕΡΕΛΠΙΣ ΜΝΕΙΑ

Η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών αποτελεί έμπνευση του Montesquieu την οποία εξέφρασε κατά το 18ο αιώνα. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο Γάλλος πολιτικός φιλόσοφος πρέσβευε ότι για την ομαλή πολιτική λειτουργία μιας χώρας απαιτείται ένα σύστημα εξισορρόπησης των δυνάμεων εξουσίας (Νομοθετική, Δικαστική, Εκτελεστική). Η επαναστατική αυτή ιδέα θεωρείται πλέον αυτονόητη στις μέρες μας. Κάθε δημοκρατικό πολίτευμα ενέχει την αρχή αυτή ως απαραίτητη ανάγκη αποκέντρωσης της εξουσίας και καταμερισμό του δημοσίου έργου και της δημόσιας ευθύνης.

Σήμερα στην Ελλάδα (και όχι μόνο) βιώνουμε μία ολοκληρωτική διαστρέβλωση της εν λόγω αρχής. Το πολιτικοκοινωνικό μας σύστημα καθώς και η Κοινωνία των Πολιτών φαίνεται να έχει αποδεχθεί μία στείρα και επίπεδη «ονομαστική» διάκριση των τριών εξουσιών. Επί της ουσίας είναι κοινώς γνωστό και δυστυχώς αποδεκτό, ότι το πολιτικό μας σύστημα ελέγχεται απόλυτα από μία πανίσχυρη Εκτελεστική εξουσία η οποία και έχει την πολιτική, νομοθετική, και δικαστική πρωτοκαθεδρία σε κάθε ανερχόμενο θέμα και ζήτημα. Με άλλα λόγια, έχουμε όλοι μας αποδεχτεί ένα πυραμιδικό σύστημα εξουσίας στο οποίο μία και μόνο προσωπικότητα, ο πρωθυπουργός – δυνάστης (με την αυλική του ακολουθία – το κόμμα), αποφασίζει ανεξέλεγκτα και τις περισσότερες φορές αυθαίρετα, για τη μοίρα και την πορεία μιας ολόκληρης χώρας.

Αφού αποσαφηνιστεί η πολιτική δομή και λειτουργία της χώρας, γίνεται προφανές ότι η ισχύουσα κατάσταση είναι άκρως επικίνδυνη και καταστροφική. Είναι αδιανόητο και εξευτελιστικό οι άμεσα εκλεγμένοι εκπρόσωποι των Πολιτών – οι Έλληνες βουλευτές – να είναι υποχείρια και στο έλεος ενός ανθρώπου και της επιλεγμένης κυβερνητικής του ομάδας για να νομοθετήσουν. Είναι αδιανόητο και εξευτελιστικό οι ανώτατοι και ικανότεροι δικαστικοί της χώρας να φαντάζουν αδύναμοι και ο λόγος τους να είναι είτε συμβουλευτικός (!) είτε να αναιρείται και να χλευάζεται από την σπείρα της κυβερνήσεως. Είναι αδιανόητο και εξευτελιστικό να επαφίεται η τύχη της Ελλάδος, της ζωής μας και των παιδιών μας στα χέρια ενός και μόνο ανθρώπου, γράφοντάς του μία λευκή επιταγή ανανεώνοντάς την κάθε τέσσερα χρόνια.

Επιπλέον, γίνεται εύκολα κατανοητό, ότι ακόμα και ο πιο ηθικός και τίμιος άνθρωπος θα κινδύνευε να διαφθαρεί λόγω της παντοδυναμίας της θέσης του πρωθυπουργού. Ο παπικού τύπου πολιτικός του θρόνος τον περιβάλλει με αντίστοιχα θεόσταλτα δικαιώματα, όπως αυτό της πρωτειάς και του αλάθητου. Είναι επίσης υπεράνω νόμου μιας και τα ανώτατα δικαστικά σώματα ορίζονται και διορίζονται από αυτόν και δεν θα μπορούσαν ποτέ να ελέγξουν αυτόν και τους αγαπημένους του ακολούθους. Το πιο τρομαχτικό όλων είναι ότι έχοντας τον πλήρη έλεγχο ολόκληρης της χώρας και 10 εκ. Πολιτών, ο πρωθυπουργός – δυνάστης μπορεί να μας οδηγήσει με την δική του προσωπική αποτυχία στην συνολική αποτυχία και καταδίκη ενός ολόκληρου έθνους, κάτι το οποίο βιώνουμε μάλιστα και στις μέρες μας.

Η Εκτελεστική εξουσία δεν είναι ανώτερη από τις άλλες δύο εξουσίες. Το γεγονός ότι στη χώρα μας η Νομοθετική και Δικαστική εξουσία υπόκεινται σε αυτήν αποτελεί απλά και ευδιάκριτα μια πολιτική διαστρέβλωση. Ένα πολιτικό καρκίνωμα το οποίο μειώνει τις άλλες δύο εξουσίες και τις προσωπικότητες που τις αποτελούν, και υποθηκεύει το μέλλον όλων μας σε ένα ριψοκίνδυνο παιχνίδι πλήρης παντοδυναμίας της ανώτατης κυβερνητικής σέκτας.

Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν μπορεί να κρίνει κανείς την ισχύουσα κατάσταση ως ένα μείζον συστημικό πρόβλημα της χώρας μας το οποίο έχει βασικότατη ευθύνη για τον εξευτελισμό της πολιτικής και για την κρίσιμη κατάσταση στην οποία έχει υποπέσει τώρα η Ελλάδα.

Επομένως, είναι αναγκαίο, και απαιτείται η ενδυνάμωση της έννοιας της διάκρισης των εξουσιών όπου αυτή δεν είναι αρκετή. Απαιτείται μία απόλυτη Αυτοδυναμία των Εξουσιών απέναντι στις άλλες, για κάθε θέμα της αρμοδιότητάς τους. Για παράδειγμα, απαιτείται η Νομοθετική εξουσία να έχει την μοναδική ικανότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας και να μην υπόκειται στις θελήσεις και τις ορέξεις της κυβέρνησης (Εκτελεστική εξουσία). Επίσης απαιτείται η ενδυνάμωση της Δικαστικής εξουσίας έτσι ώστε αυτή να μπορεί να ελέγξει και να διώξει τους παράνομους Νομοθέτες και μέλη της κυβέρνησης. Επιπλέον είναι αυτονόητο ότι μια Αυτοδύναμη Δικαστική αρχή θα μπορούσε να σταματήσει απόλυτα και οριστικά κάθε νομοθετική πρωτοβουλία ή κυβερνητική απόφαση που διέκρινε ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση που τα ανωτέρω γινόντουσαν πράξη θα είμασταν όλοι μάρτυρες μιας αληθινής πολιτικής αναγέννησης στη χώρα. Με ένα σύστημα ισορροπίας δυνάμεων, κάθε εξουσία θα έπρεπε να λάβει υπ’οψιν της τις άλλες δύο με αποτέλεσμα κάθε πρωτοβουλία να ήταν πιο νόμιμη, πιο δίκαιη και πιο δημοκρατική. Ταυτόχρονα, θα παρατηρούσαμε την ανέλιξη ικανών προσωπικοτήτων και στις τρεις εξουσίες (και όχι μόνο στην Κυβέρνηση), οι οποίες θα προσέθεταν με την διανοητική και πολιτική τους γνώση και κατάρτιση στο πολιτικό κεφάλαιο της χώρας. Επιπλέον, το πολιτικό τους κύρος και η αξία των ανεμπόδιστων (από την αυταρχική κυβέρνηση) προσπαθειών τους θα εμπλούτιζε την Δημοκρατικότητα της χώρας και θα οδηγούσε στην γενική πολιτική πρόοδο και ανάπτυξη.

Αξίζει να αναφερθεί ένα παράδειγμα το οποίο αναδεικνύει τα οφέλη από την ύπαρξη αυτοδύναμων εξουσιών και προσωπικοτήτων – ηγετών τους που συνεργάζονται, αλληλοελέγχονται, αλληλοϋποστηρίζονται, και με τον ευγενή τους ανταγωνισμό και τον μεταξύ τους υγιή και απαραίτητο διάλογο, ανυψώνουν την πολιτική ζωή στη χώρα και εξυμνούν την Δημοκρατία.

Ο Thomas Jefferson, κατά τη διάρκεια ανάληψης των προεδρικών του καθηκόντων (διετέλεσε ως 3ος Πρόεδρος των Η.Π.Α.), εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι η ύπαρξη μεγάλων ηγετών στη Βουλή και στο Ανώτατο Δικαστήριο θα του προσφέρει «αποθέματα σοφίας, αρετής, και ανταγωνισμού  τα οποία θα τον βοηθήσουν σε όλες του τις δυσκολίες». Ακόμα, ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό για την «υποστήριξη, και καθοδήγηση» που θα λάμβανε από τους συνεργάτες του από τις υπόλοιπες εξουσίες.

Έτσι λοιπόν, και κάτω από αυτές τις συνθήκες πρέπει να αναλαμβάνει τα καθήκοντά του ο αρχηγός κάθε Δημοκρατικού κράτους. Αυτός, θα πρέπει να ξέρει ότι γίνεται ηγέτης μιας Δημοκρατίας και τίποτα λιγότερο, όπου θα συναντήσει απέναντί του και δίπλα του καταξιωμένες προσωπικότητες των άλλων εξουσιών τις οποίες οφείλει να ακούσει, να συνεργαστεί μαζί τους, και να τις αξιοποίησει στο έπακρο (ως συμβούλους, ως απεσταλμένους στις διεθνείς σχέσεις, κτλ.). Ταυτόχρονα, οι υπόλοιπες εξουσίες πρέπει να παρέχουν και να παράγουν δυνατές και εμβριθείς πολιτικές και δικαστικές μονάδες που θα υποστηρίζουν τον αρχηγό της χώρας για το εθνικό συμφέρον, αλλά θα τον ανταγωνίζονται σε θέματα που διαφωνούν, θα τον ελέγχουν και θα τον μέμφονται για τις τυχόν αυθαιρεσίες, καθώς και θα αναλαμβάνουν το βάρος της διακυβέρνσησης της χώρας σε περίπτωση δικής του ανεπάρκειας, ανικανότητας ή και προδοσίας. Στις μέρες μας, έχουμε υπάρξει θύματα και ανεπαρκών, και ανίκανων και εθνικά προδοτικών κυβερνήσεων, και δεν υπήρξε κανένας απέναντι ή/και δίπλα σε αυτές έτσι ώστε να διασώσει την κατάσταστη. Ένα γεγονός που είχε ως σκληρό αποτέλεσμα τις μάυρες σελίδες στην ιστορία του Ελληνισμού.

Εν κατακλείδι, διακρίνεται ως απαραίτητη ανάγκη για τις αναφερθέντες πολιτικές εξυγίανσης του Ελληνικού συστήματος διακυβέρνησης και λειτουργίας, η συνταγματική και πολιτειακή μεταρρύθμιση.

Το εν λόγω άρθρο τίθεται ως βάση και απαρχή για την έρευνα που θα οδηγήσει σε μία τελική, ολοκληρωμένη και επίσημη πρόταση για το νέο σύγχρονο Ελληνικό σύνταγμα το οποίο θα εξασφαλίσει την πάταξη της πολιτικής λοιδορίας, αδαημοσύνης, ανικανότητας, θεσιθηρίας και λοιπών πολιτικών δεινών, και θα οδηγήσει στον πολιτικό εξευγενισμό της Ελλάδας και στην ανύψωση της ποιότητας της Δημοκρατίας της.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 4 Comments

«ΑΠΟ ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΥΧΗ» – ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ Γ’ ΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Το παρόν άρθρο θα εξετάσει το σημερινό σύστημα εισαγωγής στην Γ’ βάθμια εκπαίδευση (ΑΕΙ/ΤΕΙ) και θα προτείνει σαφείς ιδέες για τη βελτίωση του υπάρχοντος συστήματος.

 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

  • Υπό τη σημερινή μορφή του, ο/η μαθητής/ρια δικαιούται μία αποκλειστική και ταυτόχρονα αφαιρετική ευκαιρία με τις πανελλήνιες εξετάσεις. Συγκεκριμένα, ο μαθητής δικαιούται από το Υπουργείο Παιδείας αλλά και από την Ελληνική κοινωνία, μία και μοναδική ευκαιρία να επιτύχει να ασχοληθεί με αυτό που θέλει και να δώσει νόημα στη ζωή του. Αυτή η ανεύθυνη συμπεριφορά, όχι μόνο οδηγεί σε ψυχολογικά προβλήματα και ανώφελες αγχωτικές επιπτώσεις τους μαθητές, αλλά επιπλέον, αποτελεί μια διαρκής απόδειξη έλλειψης Δημοκρατίας στην χώρα.
  • Σε περίπτωση αποτυχίας στις πανελλαδικές εξετάσεις, ο μαθητής οδηγείται σε αναμονή ενός ολόκληρου έτους για επανεξέταση. Κατά το έτος αυτό, ο μαθητής αναγκαστικά δεν ασχολείται με τίποτα δημιουργικό, παρόλο που βρίσκεται στην πιο παραγωγική και δυναμική στιγμή της ζωής του. Συγκεκριμένα, ο μαθητής ξοδεύει επιπλέον χρήματα σε εξωσχολικά φροντιστήρια προετοιμασίας εξετάσεων, «χάνοντας» ουσιαστικά τελείως μία ολόκληρη χρονιά από τη ζωή του. Να σημειωθεί ότι η επιτυχία στην δεύτερη προσπάθεια πανελλαδικών εξετάσεων δεν είναι καθόλου βέβαιη. Οι στατιστικές μάλιστα αποδεικνύουν το αντίθετο, και επιπλέον επισημαίνουν ότι οι περιπτώσεις επιτυχίας μειώνονται όσο αυξάνεται ο αριθμός των προσπαθειών του υποψηφίου (ακόμα πιο λίγες πιθανότητες επιτυχίας στην τρίτη προσπάθεια πανελλαδικών, κ.ο.κ.).
  • Σε περίπτωση επιτυχίας στις πανελλαδικές εξετάσεις, ο μαθητής «βολεύεται» με μία κατώτερη μηχανογραφική επιλογή (δεύτερη, τρίτη, ή και πολύ χειρότερη). Και σε αυτό το σημείο, βέβαια, η Πολιτεία απογοητεύει τα νέα παιδιά, μιας και τα αναγκάζει να σπουδάσουν για τέσσερα χρόνια κάτι που ποτέ δεν ήθελαν, κάτι που δεν τους εκφράζει, και που δεν πιστεύουν ότι μπορεί να τους αναδείξει ως δημιουργικούς ανθρώπους. Παρόλα αυτά, και βάσει των κοινωνικών μας προκαταλήψεων, τα παιδιά τελειώνουν την αναγκαστική αυτή σχολή γιατί θεωρείται «καλό το να έχεις ένα πτυχίο». Ως αποτέλεσμα, έχουμε τις αμέτρητες περιπτώσεις ανθρώπων που εργάζονται σε τομέα τελείως διαφορετικό από αυτόν των σπουδών τους. Τα δύο αυτά στοιχεία (η απαραίτητη ανάγκη οιουδήποτε πτυχίου και το αυτονόητο της δουλειάς σε άσχετο αντικείμενο) είναι βασικά συστατικά του «Ελληνικού Μύθου», δεν είναι σύγχρονα, προσβάλλουν τις Ελληνικές αρχές της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας και θα πρέπει να πολεμηθούν και τέλος να ξεπεραστούν. Οι νέοι, δημιουργικοί και αποφασισμένοι Έλληνες πολίτες χρειάζονται ένα και μοναδικό πτυχίο, αυτό της αρεσκείας τους, και μία και μόνο δουλειά, αυτή που τους εκφράζει ως ανθρώπους και τους καθιστά παραγωγικά και δημιουργικά μέλη της Ελληνικής και γενικότερα της Ανθρώπινης κοινωνίας των πολιτών. Οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να θεωρείται πολιτικό-εκπαιδευτικό καρκίνωμα, και επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα πρέπει να κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίσει το υγιές μέλλον των νέων πολιτών της αλλά και της ίδιας.
  • Τέλος, το παρόν σύστημα δεν παρέχει ούτε επαρκή ενημέρωση στους μαθητές για τις επιλογές τους, και η ενημέρωση η οποία παρέχεται, δεν δίδεται με σωστό και ουσιαστικό τρόπο έτσι ώστε να αποβεί χρήσιμη για τον μαθητή.

Για τους ανωτέρω λόγους προτείνονται οι εξής αλλαγές για την βελτίωση, αν όχι για την πραγματική επιτέλους λειτουργία, του συστήματος εισαγωγής στην Γ’ βάθμια εκπαίδευση.

 

ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟ ΕΤΟΣ

Συγκεκριμένα, προτείνεται η μετατροπή του Γ’ έτους Λυκείου σε ένα προπαρασκευαστικό έτος για την Γ’ βάθμια εκπαίδευση. Για να συμμετέχει κάποιος στο έτος αυτό θα μπορούσε να υπάρχει κάποιος ελάχιστος απαιτούμενος βαθμός της Β’ Λυκείου συνολικά ως έτος, ή ως συμψηφισμός των βαθμών του μαθητή κατά την Β’ και Α’ Λυκείου μαζί (ενδεικτικά βαθμός 10).

Κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού αυτού έτους (Γ’ Λυκείου) θα υπάρχει σαφής προσπάθεια α) ενημέρωσης των μαθητών για τις επιλογές τους, και β) ενσωμάτωσης των υποψηφίων φοιτητών στις σχολές Γ’ βάθμιας εκπαίδευσης της αρεσκείας τους. Από άποψη ύλης, το προπαρασκευαστικό έτος θα αποτελεί εκπαιδευτική ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία. Συγκεκριμένα, τα μαθήματα κατά την χρονιά αυτή, δεν θα στοχεύουν στην αύξηση του γνωστικού αντικειμένου, αλλά θα διδάσκεται γενικότερα τι σημαίνει το κάθε μάθημα στην σύγχρονη εποχή και πραγματικότητα (θα τίθεται στο χωροχρονικό του πλαίσιο και θα παρουσιάζονται τυχόν νέες μελέτες, ανακαλύψεις, σύγχρονες προκλήσεις και τάσεις), και τι σημαίνει το κάθε μάθημα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά την δεδομένη χρονική στιγμή για τον μαθητή. Απώτερος σκοπός του εν λόγω εγχειρήματος είναι η ανάδειξη των επαγγελματικών πτυχών των διαφόρων μαθημάτων και αντικειμένων, και η ενημέρωση των μαθητών για αυτές.

Η είσοδος στις σχολές θα κρίνεται από την πορεία των μαθητών καθ’ όλη τη διάρκεια του προαπρασκευαστικού έτους (Γ’ Λυκείου), και έτσι όπως αυτή θα εκφράζεται από τις τρεις βαθμολογίες του μαθητή στα τρία εξάμηνα του εν λόγω έτους (δλδ. μέσος όρος έτους). Η τριμηνιαία σταδιακή πορεία είναι σαφώς ένα πιο αξιόπιστο μέτρο αξιολόγησης των μαθητών το οποίο αναδεικνύει την σαφή και συνεχόμενη πορεία τους, εν αντιθέσει με την μία και μοναδική, αφαιρετική εξέταση η οποία επηρεάζεται πολλές φορές από διαφόρου τύπου συγκυρίες και περιστάσεις. Το σημαντικότερο όμως εδώ είναι ότι όπως και κατά την προηγούμενη περίπτωση εισαγωγής στο προπαρασκευαστικό έτος, θα απαιτείται ένας ελάχιστος βαθμός ώστε να μπορεί ο μαθητής να αποφοιτήσει από την Γ’ Λυκείου και αφού επιτύχει τον βαθμό αυτόν θα μπορεί να εγγραφεί σε οποιαδήποτε σχολή ανώτατης εκπαίδευσης της αρεσκείας τους (ενδεικτικά βαθμός 12). Ως επιβράβευση προς του μαθητές που επιτυγχάνουν υψηλότερες βαθμολογίες (ενδεικτικά υψηλότερη του 12) αυτό θα μετράει υπέρ τους κατά το πρώτο εξάμηνο της φοίτησής τους στη σχολή που θα επιλέξουν, με την προσαύξηση στο βαθμό αποτελεσμάτων της εξεταστικής τους.

Η ουσιαστική αλλαγή εδώ είναι η όλη νοοτροπία εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Στην περίπτωση αυτή, δεν μιλάμε για αδίστακτο ανταγωνισμό σε επίπεδο εισαγωγής στις σχολές, αλλά για υγιή ανταγωνισμό κατά τη διάρκεια φοίτησης (και αποφοίτησης) σε αυτές και στην ανεύρεση εργασίας· στους τομείς δηλαδή που υπάρχει νόημα ανταγωνισμού. Στην ουσία, αν αναλογιστεί κανείς τις σύγχρονες απαιτήσεις φαίνεται λίγο αστείο να ζητάμε από τους μαθητές να αριστεύσουν σε τομείς και μαθήματα άσχετα με το αντικείμενο/επάγγελμά τους, και να τους μοιράζουμε πτυχία πανεπιστημίων απαιτώντας μόνο την εισαγωγή τους σε αυτά.  Με την υπάρχουσα κατάσταση, εφόσον κάποιος εισαχθεί σε μια σχολή, έχει βεβαιώσει την επικείμενή αποφοίτηση του από αυτή σε κάποιο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο οδηγεί σε απαξίωση και ακαδημαϊκή ανεπάρκεια του όλου συστήματος. Εναλλακτικά, μπορεί ο οποιοσδήποτε φοιτητής να βοηθηθεί από το διαστραμμένο σύστημα φοιτητικών νεολαίων-παρατάξεων-στρατών και να εξασφαλίσει υψηλές βαθμολογίες από κομματικοποιημένους καθηγητές, με το να ψηφίσει απλά το αντίστοιχο κόμμα στις φοιτητικές εκλογές (θα ακολουθήσουν αντίστοιχα άρθρα για την μεταρρύθμιση στην ίδια την λειτουργία των σχολών, καθώς και για την δράση των φοιτητικών νεολαίων). Απαιτείται, λοιπόν, αφενός να δίνουμε την ευκαρία στους μαθητές να εισαχθούν στις σχολές τις αρεσκείας τους, αλλά να πασχίσουν για να αποφοιτήσουν από αυτές – μέχρι και να αποβληθούν από αυτές σε περίπτωση διαρκούς αποτυχίας τους κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους. Με άλλα λόγια, το σημαντικότερο στοίχημα των νέων είναι και θα πρέπει να είναι η Γ’ βάθμια εκπαίδευση και η ενασχόλησή τους με το μελλοντικό τους επάγγελμα, και όχι οι αδιέξοδες και κυριολεκτικά μονοδιάστατες πανελλήνιες εξετάσεις.


 

 

 

Β’ ΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΠΡΥΤΑΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Ένα ακόμα σημαντικό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι η σωστή ενημέρωση των μαθητών για τις επιλογές τους. Είναι σαφές ότι είναι υποκριτικό να περιμένει κάποιος από νέους 17 ετών να λάβουν τις βέλτιστες δυνατές αποφάσεις για το μέλλον τους χωρίς καμμία βοήθεια. Γι’αυτό, απαιτείται η βοήθεια και η συνεργασία μαθητών, γονέων, δασκάλων αλλά κυρίως των πρυτανικών αρχών, οι οποίοι θα παρακολουθούν την πορεία του μαθητή κατά το προπαρασκευαστικό έτος, και θα τον συμβουλεύουν καθ’όλη τη διάρκεια επιλογής σχολής φοίτησης.  Η συμμετοχή και βοήθεια των πρυτανικών αρχών, στην ουσία δημιουργεί μια de facto σχέση και συνέχεια μεταξύ σχολείου και πανεπιστημίου – κάτι το οποίο είναι σαφώς αναγκαίο αλλά προς το παρόν ανύπαρκτο. Η σχέση αυτή θα βοηθήσει για μια πιο ομαλή μετάβαση από την Β’ βάθμια στην Γ’ βάθμια εκπαίδευση.

Επιπλέον, οι πρυτανικές αρχές (μέσω συγκρεκριμένων εκπροσώπων) θα πρέπει να διεξάγουν πλήρεις παρουσιάσεις/ενημερώσεις σε σχολεία (και όχι μόνο) για τις διάφορες σχολές, για το τί αυτές πραγματεύονται ακαδημαϊκά, και για το ποιες επαγγελματικές επιλογές παρέχουν στους μαθητές. Αξίζει να επισημανθεί σε αυτό το σημείο ότι με το ισχύον σύστημα, μαθητές, γονείς και πολλές φορές και δάσκαλοι, έχουν πλήρη άγνοια για ένα μεγάλο ποσοστό των Ελληνικών πανεπιστημίων.

 

ΑΛΛΑΓΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑΣ

Ίσως όμως το σημαντικότερο μέτρο το οποίο θα πρέπει να ληφθεί για την εξυγίανση και εξομάλυνση της διαδικασίας εισαγωγής στην Γ’ βάθμια εκπαίδευση είναι η απαραίτητη αλλαγή νοοτροπίας σε κοινωνικό επίπεδο. Μία αλλαγή νοοτροπίας της Πολιτείας, των εκπαιδευτικών αλλά και των γονέων, για το τι ακριβώς σημαίνει ανώτατη εκπαίδευση για τον μαθητή και τη ζωή του. Συγκεκριμένα, απαιτείται η υπέρβαση λανθασμένων πεποιθήσεων και ιδεών που θεωρούνται δεδομένες όπως ότι «το παν είναι κάποιος να περάσει σε μια σχολή», όποια και αν είναι αυτή, ότι «η φοίτηση δεν χρειάζεται να έχει κάποια σχέση ή αντιστοιχία με την εργασία», ότι «νομικός και γιατρός είναι τα καλύτερα επαγγέλματα» και θα πρέπει να προτιμούνται, κτλ. Επίσης χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε, ότι ούτε το Υπουργείο Παιδείας, ούτε η Πολιτεία, ούτε η Ελληνική κοινωνία δικαιούται να στερήσει από τα νέα παιδιά το αναφαίρετο δικαίωμα τους στην προσπάθεια να γίνουν αυτοί που ονειρεύονται – και αυτό ακριβώς κάνουν οι πανελλήνιες εξετάσεις. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να επιτρέψουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτου ηλικίας, να εισέρχονται στις σχολές της αρεσκείας τους, και εκεί, σε ένα υγιές ανταγωνιστικό περιβάλλον, να προσπαθούν να πραγματοποιήσουν τα ονειρά τους. Είτε επιτύχουν και αποφοιτήσουν από μια σχολή, είτε αποτύχουν και αποβληθούν από αυτήν, τους οφείλουμε το δικαίωμά τους στην προσπάθεια. Απατείται τελικά να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας, ότι δεν υπάρχουν ούτε «καλύτερα» επαγγέλματα, ούτε ουσιώδης νόημα στον παιδικού τύπου ανταγωνισμό των πανελληνίων εξετάσεων αλλά ούτε ημίμετρα στην παιδεία μας. Αυτό που υπάρχει είναι μια βαθειά ανάγκη για να παρέχουμε στα παιδιά μας την παιδεία που θα τους βοηθήσει να αναδείξουν τον καλύτερό τους εαυτό, την παιδεία που θα τους εμπνεύσει, την παιδεία που θα τους αναδείξει σε δημιουργικούς ανθρώπους και ενεργούς πολίτες της Ελλάδας, την παιδεία που πραγματικά θέλουν, την καλύτερη δυνατή παιδεία.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΜΕΓΑΛΗ ΔΥΝΑΜΗ _ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΡΑΜΑ

Όραμα είναι μία ευγενική προσπάθεια που υπερβαίνει εποχές, ανθρώπους και συμφέροντα. Ένα υψηλό ιδεώδες.  Ένας ύψιστος και απόλυτα Ελληνικός στόχος, ένα υπερβατικό κοινό εγχείρημα που θα μπορέσει να μας καλέσει όλους,  να πολεμήσουμε μαζί για την επίτευξή του. Μία κοινωνικά ειρηνική πρωτοβουλία, που θα μπορέσει να μας εμπνεύσει, να δώσει νόημα σε όλες τις δυσκολίες της ζωής μας και να μας κάνει υπερήφανους που είμαστε Πολίτες, που είμαστε Έλληνες.

1923-2011. Ενενήντα χρόνια έχουν περάσει από τότε που η Ελλάδα είχε ένα όραμα. Ενενήντα χρόνια που η Ελλάδα απλά επιβιώνει ως χώρα, έχοντας παράλληλα εγκαταλείψει κάθε μεγαλειώδη προσπάθεια και κάθε πιθανό δημιουργικό εγχείρημα. Σχεδόν ένας αιώνας, που η χώρα μας εξασθενεί και στην ουσία αιμορραγεί και αυτοκαταστρέφεται, λόγω έλλειψης ενός μεγάλου Ελληνικού Οράματος.

2011. Ενώ όλα αυτά τα χρόνια οι μεγάλες αποφάσεις λαμβάνονται στην ουσία ερήμην των πολιτών, ενώ η Δημοκρατία όταν δεν κακοποιείται αποδυναμώνεται, εμφανίζεται στο προσκήνιο η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας και ενίσχυσης της Κοινωνίας των Πολιτών στην χώρα. Για πρώτη φορά, και λόγω εξεχουσών και ίσως μοναδικών συνθηκών, μας δίνεται η ευκαιρία να δοκιμάσουμε ως Έλληνες πολίτες να προσπεράσουμε την Κακιστοκρατία – τον στυγερό «δυνάστη» και χρόνιο ανασταλτικό παράγοντα της ανάπτυξης στη χώρα και την κοινωνία –, και να διεκδικήσουμε ένα Σύγχρονο Ελληνικό Όραμα.

Θεωρούμε λοιπόν πλέον, πως ένα κράτος με πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, διεθνείς και ηθικές απαιτήσεις για το ίδιο και τους πολίτες του, έχει βιοτική ανάγκη την αποσαφήνιση, θέσπιση και ενίσχυση ενός καθολικού και υψηλού στόχου. Αναγνωρίζουμε την Ελλάδα ως ένα τέτοιο κράτος.

Πιστεύουμε πως αυτοί που επιμένουν να «πρεσβεύουν» ότι μια τόσο δυναμική χώρα θα πρέπει να οδηγείται κυριολεκτικά στο «πουθενά», είναι ανάξιοι και στην ουσία ανίκανοι να φέρουν ομότιμα τον τίτλο του πολίτη, πόσο μάλλον να δέχονται την ύψιστη τιμή σε μια Δημοκρατία, την αντιπροσώπευση των Ελλήνων πολιτών. Η παραμονή τους σε θέσεις ηγεσίας, αποτελεί ύβρη απέναντι στη Δημοκρατία, την Αξιοκρατία και την Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια.

Επιπλέον, αναγνωρίζουμε τους παθητικούς στόχους της Κακιστοκρατίας ως ευτελείς, ανεπαρκείς, οπισθοδρομικούς, προσβλητικούς για την ίδια, καθώς και κακεντρεχείς και εν δυνάμει καταστροφικούς για τη χώρα. Στις συκοφαντικές και αυτό-μειωτικές προτάσεις τους, όπως «πάταξη της διαφθοράς» και «μείωση του δημοσίου χρέους», αναγνωρίζουμε ως μοναδικό σκοπό την υπονόμευση των υψηλών δικαιωμάτων των πολιτών και τον περιορισμό των απαιτήσεων, και του μεγέθους της επιτυχίας τους. Δηλώνουμε ότι υποτιμητικές προτάσεις τέτοιου τύπου δεν είναι και ούτε μπορούν ποτέ να γίνουν αυτοσκοπός μιας κοινότητας πολιτών.

Αρνούμαστε να δεχτούμε ως πραγματικούς πολιτικούς στόχους τα αυτονόητα και τις πολιτικές υποχρεώσεις. Δεν δύναται να είναι ο στόχος μιας κοινωνίας η καταπολέμηση της διαφθοράς και η πάταξη της φοροδιαφυγής. Χαρακτηρίζουμε τις προσβλητικά υπ-αναπτυξιακές προτάσεις της Κακιστοκρατίας (όπως για παράδειγμα η πάταξη της διαφθοράς) απλά ως αναγκαίο, πρώιμο, αλλά σαφώς υποδεέστερο στάδιο για την επίτευξη ενός μεγαλειώδους οράματος· ενός οράματος το οποίο θα πρέπει να αποτελεί τον απόλυτό μας στόχο. Ως νουνεχείς πολίτες κατανοούμε ότι η απαίτηση και επιδίωξη ενός υψηλού στόχου θα οδηγούσε σε αναγκαία επίλυση λοιπών προβλημάτων, όπως ακριβώς επιβάλλει μια ευγενική προσπάθεια για να οδηγηθούμε σε κάτι πιο μεγάλο και σπουδαίο. Επί της ουσίας, χαρακτηρίζουμε τα υφιστάμενα και προσωρινά προβλήματα της Ελλάδας ως διαρκή επισήμανση της βαθειάς ανάγκης για την δημιουργία και ενίσχυση του Σύγχρονου Ελληνικού Οράματος, και όχι ως στόχους που θα πρέπει αφαιρετικά και μονοδιάστατα να ακολουθήσει η χώρα.

Αναγνωρίζουμε ως πολιτική λοιδορία την συνήθη πλέον στη χώρα μας υποστήριξη φαιδρών προεκλογικών ιδεών και προτάσεων, και τη διλληματική ατμόσφαιρα ανάμεσα σε χείριστες επιλογές κομμάτων ομοούσιων και φορέων κοινών, ιστορικά αμαρτωλών και νεκρών πολιτικών ιδεολογιών. Συνεπώς, ζητάμε ουσιαστικότερες πολιτικές επιλογές που να συνίστανται σε συγκεκριμένες μεγάλες ιδέες. Ιδέες τις οποίες θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε και διαλέγοντας μία από αυτές, να επιλέξουμε ταυτόχρονα τη δημιουργική κατεύθυνση που θέλουμε να οδηγήσουμε τη χώρα.

Διακηρύττουμε τον ειλικρινή μας πόθο για μία Ελλάδα ως μεγάλη δύναμη, στα πλαίσια και τις δυνατότητες της σύγχρονής μας χώρας. Για μία αμοιβαία και λαμπρή απόφαση, ένα πρωτοποριακό εγχείρημα, που θα μπορέσει να μας ενώσει και να αναδείξει τον καλύτερο μας εαυτό. Μια αριστουργηματική δήλωση ελπίδας, που θα καταφέρει να εμπνεύσει και να συναρπάσει τους νέους πολίτες, την αναγεννητική δύναμη της χώρας, που υπομένουν και αδίστακτα υποχρεώνονται να αποδεχτούν τα στείρα και αρνητικά πρότυπα της Κακιστοκρατίας. Αποζητούμε να θέσουμε από τώρα ακλόνητες και δημιουργικές υποδομές, και να διαλέξουμε ενσυνείδητα ένα επωφελές, εύφορο και χαρισματικό μέλλον για όλους μας. Ένα μέλλον στο οποίο η Ελλάδα δύναται να πρωτοστατήσει οικουμενικά ως μία μεγάλη δύναμη, Εκπαιδευτική, Ενεργειακή, Τουριστική, Πολιτιστική, Ανθρωπιστική. Επιθυμούμε έναν ιδανικό στόχο για εμάς και τις επόμενες γενιές Ελλήνων, για τον οποίο θα χρειαστεί να αγωνιστούμε και να πασχίσουμε, για όσο καιρό χρειαστεί· και αυτός ο σκοπός θα πρέπει να είναι αληθινός και να αξίζει. Ένα Σύγχρονο Όραμα αξιοσέβαστο και δημοκρατικό, που θα μας οδηγήσει στην κοινωνική προσφορά και αφύπνιση, και την επιτυχία. Ένα Όραμα που θα μας ανυψώσει να γίνουμε αυτοί που ξέρουμε ότι μπορούμε να είμαστε, και να δημιουργήσουμε τη νέα εποχή στην Ελλάδα. Μία Ελλάδα ως μεγάλη δύναμη που θα οδηγήσει τις επόμενες γενιές σε ένα συναρπαστικό μεγαλείο, και τη δική μας στην Ελληνική ιστορική αιωνιότητα.


  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment