ΤΟ ΜΗ ΧΕΙΡΟΝ ΧΕΙΡΙΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Στη διεθνή πολιτική σκηνή και τις διεθνείς σχέσεις υπάρχει μια δύναμη που κάθε μικρός και μεγάλος παίκτης, διπλωμάτης, πολιτικός και επιχειρηματίας είναι αναγκασμένος να σέβεται ή έστω να υπολογίζει. Πρόκειται για τη «διεθνή κοινή γνώμη», η οποία στην εποχή της ραγδαίας ανάπτυξης στην επικοινωνία, τις μεταφορές και τις τεχνολογίες, απολαμβάνει τη δυνατότερη πιθανή επιρροή και ισχύ της. Αυτό αποδεικνύουν άλλωστε και οι συνεχείς προσπάθειες ελέγχου της κοινής γνώμης από διάφορα μέσα και κέντρα, από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς, κτλ.

Παρακολουθώντας λοιπόν τις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα τα γεγονότα στην Παλαιστίνη, το Ιράκ και τη Συρία, η διεθνής κοινή γνώμη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ηθικό δίλημμα: από τη μία βρίσκονται οι ισλαμιστές τρομοκράτες, η βία και ο σκοταδισμός της αλ-Κάιντα και του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Στον αντίποδα βρίσκονται οι «πολιτισμένες» πολιτικές ηγεσίες του Ισραήλ και των φιλοδυτικών δικτατόρων (Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος, κτλ). Εδώ παρατηρείται ένα αδιέξοδο δίλημμα μιας και η διεθνής κοινή γνώμη δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ούτε την άκρατη βία και τρομοκρατία από τη μία, αλλά ούτε και την εκμετάλλευση και την ασυδοσία από την άλλη. Απότοκος του εν λόγω αδιεξόδου είναι ο συχνός διχασμός της διεθνούς κοινής γνώμης για τα ζητήματα της περιοχής. Η μια άποψη προσπαθεί να επικρατήσει της άλλης, ενώ χιλιάδες εκατομμύρια δολάρια ξοδεύονται σε εκστρατείες ενημέρωσης και υποστήριξης των δύο πλευρών. Το δίλημμα αυτό άλλωστε παρατηρείται και στη χώρα μας όπου η ελληνική κοινή γνώμη φαίνεται πολλές φορές αδύναμη να διαλέξει ανάμεσα σε τρομοκράτη και δικτάτορα.

Αυτό όμως που δεν προβάλλεται σχεδόν πουθενά είναι πως το όλο δίλημμα είναι στην πραγματικότητα πλαστό. Οι δύο αυτές πλευρές και εικόνες της καθημαγμένης Μ. Ανατολής δεν είναι ούτε οι μόνες, ενώ σίγουρα δεν είναι και οι καλύτερες δυνατές για την περιοχή. Επιπλέον, το κίβδηλο αυτό δίλημμα δεν έχει δημιουργηθεί από τους απλούς κατοίκους της Μ. Ανατολής (οι οποίοι άλλωστε το απεχθάνονται καθώς καθίστανται θύματα αυτού), αλλά είναι ένα αποκλειστικό προϊόν της εξωτερικής πολιτικής και βούλησης της «Δύσης». Η Δύση είναι αυτή που από το τέλος του Β’Παγκοσμίου και ύστερα ενθρόνισε τους ανά την περιοχή ανελεύθερους μονάρχες (Ιορδανία, Σ. Αραβία, Ιράκ, κτλ.). Η Δύση είναι επίσης αυτή που αποφάσισε να εγκαθιδρύσει νέα Ισραηλινή ηγεσία στην Παλαιστινιακή επικράτεια, την οποία και υπερασπίζεται μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα, η Δύση είναι αυτή που χρηματοδότησε και εξόπλισε τις τρομοκρατικές Σουνιτικές οργανώσεις (Ταλιμπάν, φύλαρχοι της Λιβύης, κτλ). Ακόμα και το νεοσυσταθέν Ισλαμικό Χαλιφάτο δημιουργήθηκε με χρήματα των φιλοδυτικών μοναρχών της περιοχής (Σ. Αραβία, Κατάρ, κτλ.) και τη σιωπηλή συμπεφωνημένη άδεια της Δύσης, η οποία επιδιώκει μέσω των αργυραμοιβών – τρομοκρατών, να περιορίσει τη Σιιτική – Ιρανική απειλή.

Προφανώς, όταν προβάλλονται δύο επιλογές, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί και οι δύο από τη Δύση, ό,τι και να υποστηρίξεις, υποστηρίζεις εν τέλει τη δυτική πολιτική. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ελέγχεται η διεθνής κοινή γνώμη. Επιπλέον, οι δύο δυτικογενείς πιθανές όψεις της περιοχής, δεν παρέχουν ούτε πραγματική δυνατότητα επιλογής , ούτε εκφράζουν κάποια διαφορετική πολιτική ή αντίληψη. Συνεπώς, το επίπλαστο αυτό δίλημμα, και οι διαστρεβλώσεις που προκαλεί, είναι κάτι το οποίο η ιστορία οφείλει να χρεώσει στη Δύση.

Καταλήγοντας, η Δύση θα μπορούσε πράγματι να παρουσιάσει εναλλακτικές και θετικές επιλογές για την περιοχή και τους κατοίκους της οι οποίοι χειμάζονται ασταμάτητα για δεκαετίες. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί με την υποστήριξη πραγματικά δημοκρατικών ηγεσιών και πολιτευμάτων στη Μ. Ανατολή. Ένας τέτοιος «τρίτος δρόμος» με την πλήρη και ειλικρινή υποστήριξη της Δύσης, θα διέλυε το φτιαχτό ηθικό δίλημμα, θα αφαιρούσε το επιχείρημα της «αντίστασης στον κατακτητή» των ακραίων ισλαμιστών, ενώ θα διέλυε ταυτόχρονα την όποια νομιμοποίηση για αυταρχισμό και ασυδοσία απολαμβάνουν οι δικτάτορες επικαλούμενοι ζητήματα εθνικής ασφάλειας και τρομοκρατίας. Εύλογα λοιπόν, τα αίτια των μεσανατολικών προβλημάτων και οι όποιες δυνατότητες αλλαγής δεν θα πρέπει να αναζητούνται στους απλούς κατοίκους, αλλά στις προς δυσμάς συμμαχίες και χώρες.

 

 

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗ ΓΑΖΑ

Τις τελευταίες μέρες γινόμαστε δυστυχώς μάρτυρες ενός νέου κύκλου βίας στην περιοχή της Παλαιστίνης. Μια περιοχή η οποία χειμάζεται διαχρονικά από τις εκατέρωθεν εχθροπραξίες και άκρατες βιαιοπραγίες της Χαμάς και της κυβέρνησης του Ισραήλ. Ωστόσο κάθε φορά που η περιοχή εκρήγνυται οι λόγοι και τα αίτια φαίνεται να διαφέρουν.

Αυτή τη φορά όλα ξεκίνησαν με την απαγωγή και δολοφονία τριών νεαρών Ισραηλινών στη Δυτική Όχθη. Την ευθύνη έσπευσαν να αναλάβουν τέσσερις διαφορετικές οργανώσεις: οι Ταξιαρχίες της Παγκόσμιας Τζιχάντ, το Τάγμα των Απελευθερωτών της Χεβρώνας, οι Ταξιαρχίες της Χεζμπολάχ και το τοπικό παράρτημα της σουνιτικής ISIS. Ταυτόχρονα, η Χαμάς αρνήθηκε κάθε ανάμειξη με το περιστατικό. Παρόλα αυτά, η Ισραηλινή κυβέρνηση αγνοώντας τα γεγονότα έσπευσε να καταδικάσει τη Χαμάς για το συμβάν και να ορκιστεί εκδίκηση για τα θύματα. Η εκδίκηση αυτή έμελλε να έχει δύο μορφές: τη σύλληψη δύο μελών της Χαμάς και τη στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα. Προβληματισμό ωστόσο έχει προκαλέσει το γεγονός πως ακόμα και στην περίπτωση που οι πραγματικοί δράστες ήταν όντως οι δύο συλληφθέντες, φαίνεται βέβαιο πως αυτοί έδρασαν αυτόνομα και εν αγνοία του Χάλιντ Μασάλ και της λοιπής ηγεσίας της παλαιστινιακής οργάνωσης. Ακόμα δηλαδή και αν δεν ευθύνεται κάποια από τις προαναφερθείσες οργανώσεις για τις δολοφονίες, η Χαμάς φαίνεται πως όχι μόνο δεν έδωσε την άδεια για μια τέτοια επίθεση, αλλά δεν τη συνέφερε και να το κάνει.

Ο μόνος κερδισμένος από τις εξελίξεις φαίνεται να είναι το κράτος του Ισραήλ το οποίο με την επιχείρηση «Protective Edge» σκοπεύει να επιφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στη στρατιωτική δύναμη της Χαμάς, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα τα ευρύτερα συμφέροντά του στην Παλαιστίνη.

Οι συγκυρίες είναι αρκετές και δύσκολα μπορεί κανείς να τις αγνοήσει. Η πρόσφατη ανακήρυξη του Ισλαμικού Χαλιφάτου στην ανατολή (30 Ιουνίου) δρα πλέον ως τροχοπέδη για τις κινήσεις του βασικού αντιπάλου του Ισραήλ – του Ιράν, ενώ δημιουργεί και εγκαθιδρύει έναν αμεσότερο εχθρό και στόχο για τους Σιίτες της περιοχής. Έχοντας λοιπόν εξασφαλίσει τα νώτα του το Ισραήλ μπορεί πλέον να ξαναγυρίσει την προσοχή του στον εκ δυσμάς εχθρό – τους απελευθερωτές πολεμιστές της Γάζας.

Το σημαντικότερο όμως κομμάτι του παζλ είναι η Παλαιστινιακή κυβέρνηση εθνικής ενότητας μεταξύ Χαμάς και Φατάχ η οποία σχηματίσθηκε μόλις πριν ένα μήνα, βάζοντας τέλος στην επταετία διχόνοιας και εμφυλιακών εχθροπραξιών. Η «συμφιλίωση» μεταξύ των δύο Παλαιστινιακών δυνάμεων είναι κάτι το οποίο προωθούσε έντονα και για πολύ καιρό ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπένζαμιν Νετανυάχου. Θα ήταν μάλλον ορθότερο να πούμε πως ο Νετανυάχου σχεδόν απαιτούσε την εν λόγω συμφιλίωση ως προϋπόθεση για να εξετάσει την οποιαδήποτε πολιτική λύση στην περιοχή. Αυτό όμως φάνηκε να είναι απλά μια πρόφαση. Ο Νετανυάχου έκρινε σωστά πως μια ενδεχόμενη συμμαχία των δύο πλευρών θα στοίχιζε ιδιαίτερα στη Χαμάς καθώς θα έπληττε το ασυμβίβαστο προφίλ της. Από τη δική της πλευρά, η Χαμάς, εγκλωβισμένη από το εχθρικό Αιγυπτιακό καθεστώς Σίσι (μια ακόμη πρόσφατη συγκυρία), και βλέποντας να χάνει την εμπιστοσύνη των κατοίκων της Γάζας, αποδέχθηκε την πρόσκληση για συμμαχία πέφτοντας στην παγίδα του Ισραήλ. Το αποτέλεσμα ήταν ο Νετανυάχου να καταδικάσει την παλαιστινιακή κυβέρνηση εθνικής ομόνοιας την ίδια ημέρα της ορκωμοσίας της.

Ο λόγος βέβαια ήταν απλός. Το Ισραήλ χρειάζεται έναν αντίπαλο στην περιοχή ο οποίος θα δικαιολογεί τις πολιτικές του κατά των Παλαιστινίων. Η εξομάλυνση δεν είναι στα σχέδια των Ισραηλινών. Αντιθέτως, ένας τρομακτικός και ακραίος αντίπαλος που απαγάγει και δολοφονεί νέους, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται η κυβέρνηση Νετανυάχου για να συνεχίσει τους εποικισμούς στις παλαιστινιακές περιοχές, την πολιορκία και τον αποκλεισμό της Γάζας και την άρνηση για την οποιαδήποτε επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος. Και αυτό το τέρας-αντίπαλος είναι σαφώς η Χαμάς  – ένα τέρας που το Ισραήλ χρειάζεται, το προκαλεί, το επικαλείται αλλά και το αναδημιουργεί όποτε αυτό φαίνεται να αποδυναμώνεται.

 

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

Δεν συνηθίζω να γράφω τέτοιου είδους άρθρα. Αλλά ένοιωσα πως υπάρχει τεράστια ανάγκη.

Προς όλους αυτούς που συνειδητά ή υποσυνείδητα, από άγνοια, απόγνωση ή δόλο κατηγορούν τους πολίτες της Ελλάδας για την κατάσταση της χώρας μας, θέλω να πω το εξής: Φτάνει.

Φτάνει με τα αδιέξοδα σχόλια: “είναι καιρός να αναλάβουμε τις ευθύνες μας”, “είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι″, “εμείς τους ψηφίσαμε”, “έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν”, κτλ. Οι πολίτες έχουν υποστεί για πολύ καιρό την προπαγάνδα και τις πανταχόθεν προβοκάτσιες. Αρκετά.

Η «κατηγορία του άλλου» είναι ένας γνωστός ανθρώπινος μηχανισμός. Μπροστά στις δυσμενείς συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα μας εδώ και χρόνια, ο μηχανισμός αυτός τροφοδοτεί γενικευμένες κατηγορίες είτε εναντίον των Ελλήνων πολιτών εν γένει, είτε εναντίον συγκεκριμένων πολιτικοκοινωνικών ομάδων (αριστεροί, καπιταλιστές, συντηρητικοί, δημόσιοι υπάλληλοι κ.α.). Μιας και αδυνατούμε λοιπόν να κατανοήσουμε και να υπερβούμε τους μηχανισμούς αυτούς ακόμα και στις δύσκολες αυτές στιγμές της Ελλάδας, και αφού χρειάζεται κάποιοι να «φταίνε», τότε αυτοί σίγουρα δεν είναι οι πολίτες. Η ευθύνη βρίσκεται στο πολιτικό μας σύστημα και ήρθε η ώρα να ανατρέψουμε τις ανακρίβειες και τους μύθους που καλλιεργούνται αφελώς και ηθελημένα.

Καιρός λοιπόν να σταματήσουμε να αυτοκαταστρεφόμαστε και να απενοχοποιηθούμε.

Γιατί λοιπόν δεν φταίνε οι πολίτες:

Διότι η άρχουσα Ολιγαρχία μας έχει επιβάλλει τους πολιτικούς της αρεσκείας της

«Εμείς τους ψηφίσαμε». Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία οι υποψήφιοι επιλέγονται από τα κόμματα και όχι από τους πολίτες. Το «χρήσμα» έχοντας επιβιώσει από άλλο αιώνα, μας καταδικάζει στις χείριστες πολιτικές επιλογές και σε μια πολιτική ανισότητα άνευ όρων (δεν μπορούν όλοι να λάβουν το «δαχτυλίδι του αρχηγού»). Η χώρα μας υποφέρει από έναν εκλογικό νόμο ο οποίος εκ των 300 βουλευτικών εδρών, παραχωρεί τις 50 ως δώρο στο πρώτο κόμμα, ενώ άλλες 12 βουλευτικές θέσεις (επικρατείας) εκλέγονται από λίστα προσωπικής επιλογής των κομματικών αφεντικών (προφανώς και στην κορυφή της λίστας φιγουράρουν οι αυλικοί και αυλοκόλακες του κάθε κόμματος). Με άλλα λόγια, περισσότερο από το 20% των φερόμενων αντιπροσώπων μας δεν τους ψηφίζουν καν οι πολίτες, ενώ το 100% των βουλευτών έχει επιλεγεί και επιβληθεί σε εμάς από τους κομματικο-άρχοντες. Δυστυχώς, και ενώ το μόνο εκλογικό κριτήριο των Ελλήνων πολιτών, τόσο τώρα όσο και παλιότερα είναι το «μη χείρον βέλτιστον», οι πολίτες όχι μόνο δεν συμμετέχουν στην επιλογή των υποψηφίων των κομμάτων αλλά δια του ισχύοντος νόμου δεν εξασφαλίζεται καν η εκπροσώπηση τους.

Διότι η άρχουσα Ολιγαρχία μας έχει επιβάλλει έναν ανελεύθερο εκλογικό νόμο

«Γιατί τους ψηφίζουμε;». Ταυτόχρονα, ο ίδιος μισόδημος εκλογικός νόμος πέτυχε την παγκόσμια πρωτοπορία το 2006 και εξίσωσε τα λευκά ψηφοδέλτια με τα άκυρα (!). Σύμφωνα δηλαδή με την ισχύουσα νομοθεσία, η λευκή ψήφος δεν είναι μια θετική συμμετοχή και κάλεσμα για αλλαγή και εξέλιξη αλλά ένα κουρελιασμένο και λερωμένο χαρτί το οποίο δεν δικαιούται να επηρεάσει το τελικό εκλογικό ποσοστό των κόμματων. Υπομένουμε δηλαδή για 10 χρόνια έναν νόμο που καταπατά ουσιώδη πολιτικά μας δικαιώματα.

Η πολιτική καπηλεία της ψήφου μας όμως δε σταματάει δυστυχώς εδώ μιας και κάθε ψήφος σε μικρό κόμμα το οποίο δεν καταφέρνει να εισέλθει στη βουλή δεν χάνεται όπως θα ήλπιζε κανείς, αλλά μοιράζεται αναλογικά στα κόμματα της βουλής ανάλογα με τα εκλογικά ποσοστά τους. Η ψήφος μας δηλαδή σε ένα μικρό κόμμα κινδυνεύει κάθε φορά να κλαπεί από την άρχουσα τάξη και να ενισχύσει το ποσοστό ακόμα και εχθρικών για τα συμφέροντά μας κομμάτων! Αντιστοίχως, η αποχή δεν αναγνωρίζεται ως υγιής εκλογική αντίδραση και ακόμα και αν η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών αποφασίσουν να απέχουν από την εκλογική διαδικασία, οι πολιτικοί μεταξύ τους θα σχημάτιζαν κυβέρνηση, ανεπηρέαστοι από το πολιτικό κλίμα. Οι νόμοι και το σύνταγμα δηλαδή δεν προβλέπουν καμία αλλαγή ακόμα και αν το 99% των πολιτών απέχουν από τις εθνικές εκλογές!

Τοιουτοτρόπως λοιπόν καταπατούνται τα μοναδικά και εναπομείναντα εκλογικά δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών στο αντιδημοκρατικό πολιτικό σύστημα της Ελλάδας (κάτι το οποίο δεν θίγεται βέβαια από κανένα κόμμα).

Διότι ο πολιτικοί μας «ηγέτες» δεν επιλέγονται από εμάς

«Δεν υπάρχουν πολιτικοί ηγέτες». Ένα εύλογο επιχείρημα το οποίο δυστυχώς βασίζεται σε μια λανθασμένη αντίληψη της πολιτικής ηγεσίας. Ταυτόχρονα, η αλήθεια είναι πως οι πολιτικοί ηγέτες στη χώρα μας, δεν μπορούν να επιλεχθούν ούτε καν να αναδειχθούν από τους πολίτες. Πρωθυπουργός της χώρας ορίζεται αυτός που επιλέγει η κοινοβουλευτική ομάδα του κάθε κόμματος. Αν δηλαδή ένας πρωθυπουργός παραιτηθεί, η χώρα δεν πάει σε εκλογές αλλά οι κλειστοί κύκλοι του κόμματος διαλέγουν τον «επίλεκτο» ανάμεσα από τις τάξεις τους. Αντιστοίχως, οι κομματικοί αρχηγοί επιλέγονται με τις πλέον αντιδημοκρατικές μεθόδους και ακόμα και όταν καλούνται να ψηφίσουν οι πολίτες, αυτό γίνεται με τον πλέον εξευτελιστικό για αυτούς τρόπο (χειραγώγηση, εκλογές με έναν υποψήφιο, κτλ.).

Ακόμα χειρότερα, οι σημερινοί (και όχι μόνο) πρωθυπουργοί, είθισται να αναδεικνύονται από μηχανισμούς που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας μας…

Αντιστοίχως ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν επιλέγεται από τους πολίτες αλλά εκλέγεται συντεχνιακά από τη βουλή ενώ επιλέγεται συνήθως από το κόμμα της αντιπολίτευσης. Βάσει συντάγματος, οι απαραίτητοι ψήφοι που απαιτούνται από τη βουλή για την ανάδειξη προέδρου της Δημοκρατίας (180 τω αριθμώ) οδηγούν το εκάστοτε κόμμα που έχει την πλειοψηφία να αποδεχθεί το πρόσωπο επιλογής του κόμματος της αντιπολίτευσης για να μην διαλυθεί η βουλή (σε περίπτωση διαφωνίας και αδυναμίας ανάδειξης προέδρου της Δημοκρατίας, η βουλή βάσει συντάγματος διαλύεται). Ως αποτέλεσμα αυτού, ο αρχηγός του κράτους μας ήταν και παραμένει μια αδύναμη και συμβολική μαριονέττα η οποία εκπροσωπεί τις μειοψηφίες και τις εκάστοτε μικροπολιτικές και μυωπικές σκοπιμότητες.

Στην ουσία και στην πράξη, τους πολιτικούς μας «ηγέτες» δεν τους επιλέγουμε εμείς.

Διότι οι Υπουργοί μας δεν επιλέγονται ποτέ αξιοκρατικά.

«Υπάρχει αναξιοκρατία παντού». Η αναξιοκρατία που μας οδηγεί να βουλιάζουμε είναι η αναξιοκρατία των ιθυνόντων – του καπετάνιου και του πληρώματος. Είναι οι ανάξιοι πρωθυπουργοί και υπουργοί που στοιχίζουν στην Ελλάδα, όχι οι επιβάτες!

Αυτός που επιλέγει τους υπουργούς είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος επιλέγει πάντα μικροπολιτικά και κομματικά: είτε ανταμείβει τα πολιτικά του πρωτοπαλίκαρα – τα οποία μπορεί να είναι ανειδίκευτα και να μην ξέρουν τα θέματα του υπουργείου αλλά είναι ιδανικοί στο να στηρίζουν τον «πρόεδρο», είτε εξαγοράζει και ελέγχει με μια υπουργική θέση την εσωκομματική του αντιπολίτευση. Στην πλειοψηφία τους οι υπουργοί της Ελλάδας είναι ανειδίκευτοι, διορισμένοι αναξιοκρατικά, ενώ εμείς ως πολίτες δεν γνωρίζουμε ποτέ από πριν ποιοι θα είναι αυτοί που πρόκειται να διορίσει ως υπουργούς του ο κάθε υποψήφιος πρωθυπουργός.

Στην ουσία και στην πράξη, τους υπουργούς δεν τους επιλέγουμε εμείς.

Διότι η Δικαιοσύνη ελέγχεται από την κυβέρνηση. Βάσει συντάγματος (άρθρο 90§5) όλοι οι ανώτατοι δικαστικοί της χώρας διορίζονται με προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού οι οποίοι όπως είναι προφανές υπόκεινται πελατειακά σε αυτόν από τη μέρα διορισμού τους και έπειτα. Επίσης βάσει συντάγματος (άρθρο 91§1), την πειθαρχική αγωγή κατά των ανώτατων δικαστικών της χώρας εγείρει ο υπουργός Δικαιοσύνης, τον οποίον προφανώς οι δικαστικοί τρέμουν. Είναι αυτονόητο πως κάθε ποινική δίωξη η οποία ασκείται από τη διορισμένη και ελεγχόμενη δικαστική εξουσία είναι κατευθυνόμενη και υπό την ανοχή της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.

Διότι αυτοί που έπρεπε να παραδειγματίζουν τους πολίτες δημιούργησαν το πελατειακό αλλά και το βαθύ κράτος. Το πολιτικό ήθος είναι πρώτα από όλα θέμα των πολιτικών αξιωματούχων. Ο Αριστοτέλης ορίζει την πολιτική λέγοντας πως σκοπός της ΔΕΝ είναι η διακυβέρνηση αλλά η καλλιέργεια του ήθους των πολιτών της πόλις. Σήμερα δυστυχώς ισχύει το αντίστροφο, η πολιτική έχει εκφυλιστεί και λειτουργεί αποκλειστικά για να φθείρει το ήθος μας. Με άλλα λόγια μοναδικός λόγος ύπαρξης της εφαρμοσμένης πολιτικής είναι η δημιουργία και ανάπλαση ήθους, όχι η διαφθορά και ο εκμαυλισμός των πολιτών από τους πολιτικούς τους. Από τους ίδιους δηλαδή πολιτικούς που δημιούργησαν μηχανισμούς τρομοκρατίας, ψεύδους και ελέγχου των πολιτών που είναι εν ισχύ μέχρι και σήμερα.

Τέλος, αν τα κόμματα της Ελλάδας δεν πλήρωναν για τις ψήφους τους, τότε απλά θα είχαν εξαφανιστεί. Και για να μπορέσουν να υπάρξουν έτσι όπως είναι, έπρεπε να πληρώνουν πολλά. Το πελατειακό κράτος μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο ανοίγοντας τα πλυντήρια χρήματος που είναι τα κομματικά ταμεία.

Διότι η πηγή της εν γένει διαφθοράς είναι οι πολιτικοί.

«Η διαφθορά είναι στο DNA μας». Αν πραγματικά θέλεις να αντιμετωπίσεις τη διαφθορά δημιουργείς σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, παραδειγματίζεις, ανοίγεις τα δεδομένα σου και δεν τα υποκρύπτεις πίσω από κατευθυνόμενες εφαρμογές «ανοιχτής διακυβέρνησης», πριμοδοτείς πριν τιμωρήσεις, διευκολύνεις και ενθαρρύνεις τους πολίτες να δρουν με νομιμότητα. Δεδομένου όμως πως στην Ελλάδα οι πηγές διαφθοράς είναι ανέγγιχτες, όλα τα παραπάνω δεν θα μπορούσαν ποτέ να ισχύσουν. Οι γκρίζες ζώνες νομοθεσίας έγιναν σύστημα και η πολυνομία οδήγησε στην ανομία. Ταυτόχρονα, τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα και εγκλήματα τα οποία πλήγωσαν την εθνική μας οικονομία και σταθερότητα διεπράχθησαν είτε άμεσα από τους πολιτικούς είτε έμμεσα με την πλήρη κάλυψη και συγκάλυψή τους. Τα ίδια σκάνδαλα που ακόμα εκκρεμούν και για τα οποία δεν αποζημιώθηκε ποτέ το δημόσιο..

Διότι η πηγή της πολιτικής διαφθοράς είναι τα κόμματα. Τα πολιτικά κόμματα, με στελέχη τα οποία είναι κυριολεκτικά υπεράνω νόμου απολαμβάνοντας ασυλίες και αριστοκρατικά προνόμια (άρθρο 62§1 και 61§2 του συντάγματος), αποφασίζουν μόνα τους για την κρατική τους επιχορήγηση και τους μισθούς των βουλευτών τους (άρθρο 29 του συντάγματος). Ταυτόχρονα, τα κόμματα δεν έχουν Α.Φ.Μ. και δεν λογοδοτούν σε κανέναν: κανείς δεν ξέρει πόσα χρήματα εισπράττουν, από ποιον και που τα ξοδεύουν. Δίχως λοιπόν να ελέγχονται, τα πολιτικά κόμματα μας καταδυναστεύουν ασταμάτητα για δεκαετίες, ενώ επηρεάζουν και διαφθείρουν δια της ανθυγιεινής παρουσίας τους, τους πλέον ζωντανούς και ενεργούς τομείς της Ελλάδας όπως τον χώρο εργασίας (με τι κομματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις) και παιδείας (με τις φοιτητικές παρατάξεις).

Διότι η παιδεία είναι κομματικοδίαιτη.

«Δεν υπάρχει παιδεία». Αυτοί που αποφασίζουν για τη μορφή και τη φύση της Ελληνικής παιδείας είναι τα κόμματα. Οι πολιτικοί και οι υπουργοί (που δεν επιλέγονται ούτε ελέγχονται από τους πολίτες) είναι αυτοί που θέτουν τις γενικές και κατευθυντήριες γραμμές της παιδείας, που αποφασίζουν τι θα λένε τα βιβλία (συνωστισμός ή καταστροφή) και με ποιο τρόπο θα διδάσκονται. Είναι οι δικές τους ιδέες αυτές που ορίζουν και εγκλωβίζουν τους νέους μας πολίτες. Ταυτόχρονα, το πολιτικό σύστημα είναι έτσι δομημένο ώστε οι καθηγητές να διορίζονται από τους πολιτικούς σε διάφορες χρυσοπληρωμένες θέσεις ινστιτούτων και κέντρων ερευνών και συνεπώς να ελέγχονται από αυτούς.

Διότι στην ουσία κανείς δεν εκπροσωπεί τους πολίτες ενώ η περιφέρεια είναι πολιτικά αποκλεισμένη.

«Έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν». Η Ελληνική περιφέρεια είναι υποταγμένη στα κόμματα (άρθρο 102§5 του συντάγματος), ενώ επηρεάζεται και ελέγχεται χρηματικά από το υδροκέφαλο κράτος. Ταυτόχρονα, οι εκπρόσωποι της περιφέρειας, οι βουλευτές, δεν ακούν ποτέ την άποψη και τη θέληση των πολιτών της περιοχής που εκπροσωπούν και καταλήγουν να ψηφίζουν σύμφωνα με την κομματική γραμμή και θέση. Χωρίς δηλαδή να αφουγκράζονται τις ανάγκες και τα θέλω μας, οι πολιτικοί μας θυμούνται προεκλογικά κάθε τέσσερα χρόνια ενώ λαμβάνουν αποφάσεις για εμάς, χωρίς εμάς και πολλές φορές εναντίον μας.

Διότι η Κοινωνία των Πολιτών στην Ελλάδας βρίσκεται σε μόνιμο πολιτικό κλοιό και διαρκή επίθεση.

«Η χώρα διαλύεται και εμείς δεν κάνουμε τίποτα». Οι οργανώσεις  της Κοινωνίας των Πολιτών είναι η μόνη εναλλακτική διέξοδος πολιτικής συμμετοχής στα κοινά και προσπάθειας επιρροής της πολιτικής στη χώρα, άμεσα από τους πολίτες. Δυστυχώς, η πλειοψηφία των εν λόγω οργανώσεων λειτουργούσαν για χρόνια ως προτεκτοράτα και μονοπώλια των πολιτικών. Ταυτόχρονα, η πολιτική ηγεσία κατηύθυνε κοινοτικά κονδύλια (προγράμματα ΕΣΠΑ) σε «επίλεκτους» οργανισμούς της αρεσκείας της με αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό πολλών πολιτικών και τη λειτουργία διαφόρων ΜΚΟ ως κάστρα-ξεπλύματος μαύρου χρήματος. Τα γεγονότα αυτά όχι μόνο απέκλεισαν κάθε δημιουργική συμμετοχή των πολιτών μέσω των εν λόγω οργανισμών αλλά έπληξαν το κύρος και την εμπιστοσύνη ακόμα και των οργανισμών αυτών που πράγματι εξυπηρετούν τους πολίτες.

Διότι οι δυνατότητες πολιτικής συμμετοχής των πολιτών στη χώρα είναι ανύπαρκτες.

«Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι». Το σύνταγμα και οι νόμοι της Ελλάδας όχι απλά δεν προβλέπουν αλλά ρητώς απαγορεύουν στους πολίτες να συμμετέχουν με δημοκρατικές διαδικασίες στην πολιτική ζωή. Διάφορες δημοκρατικές ιδέες και μέθοδοι συμμετοχής είναι ανύπαρκτες και κυνηγημένες στην Ελλάδα όπως τα δημοψηφίσματα από τους πολίτες, η νομοθετική πρωτοβουλία πολιτών, η ανάκληση/μομφή νόμων και αξιωματούχων, η λογοδοσία απερχόμενων αξιωματούχων, ο συμμετοχικός προϋπολογισμός, κτλ. Αυτός ο θεσμικός αποκλεισμός των πολιτών από τη λήψη αποφάσεων μας καθιστά αδύναμους να αλλάξουμε έστω και το παραμικρό πολιτικό κακώς κείμενο που δυσκολεύει ή δυσχεραίνει τη ζωή μας.

Αυτή η αδυναμία συμμετοχής, σε συνδυασμό με την ελεγχόμενη πληροφόρηση και ενημέρωση και με την συστηματική συγκάλυψη της αλήθειας από τους πολιτικούς, έχει οδηγήσει στην πλήρη ματαίωση των προσπαθειών του ενεργού και υπεύθυνου πολίτη. Παρόλα αυτά, η Κοινωνία των Πολιτών παραμένει και αναδεικνύεται ως η μόνη υγιής και δυναμική εναλλακτική για την πολιτική και κυρίως πολιτειακή διέξοδο και αλλαγή.

Διότι το σύνταγμα και το πολίτευμα μας δεν είναι Δημοκρατία! Η πολιτική επιστήμη και ιστορία αποδεικνύουν πως η αντιπροσωπευτική κρατική οργάνωση (με πολιτικούς μεσάζοντες) ουδεμία σχέση έχει με το πολίτευμα της Δημοκρατίας (άμεση συμμετοχή των πολιτών) αλλά αντιθέτως συνιστά μια πρώτης τάξεως συνταγματική Ολιγαρχία (Republic).

Στη χώρα μας, ούτε υιοθετούνται ούτε αναδεικνύονται οι εφαρμογές και οι δυνατότητες της Δημοκρατίας στη σύγχρονη εποχή. Οι πολιτικοί ρητορεύουν πως υπερασπίζονται τη Δημοκρατία, την ίδια στιγμή που πασχίζουν να οχυρώσουν τις ολιγαρχικές τους εξουσίες. Ταυτόχρονα, η άρχουσα πολιτική τάξη καπηλεύεται και διαστρεβλώνει την έννοια της Δημοκρατίας, την συνδέει με την ανεπάρκεια και την αποτυχία και τη φθείρει στα μάτια των πολιτών. Αντιδημοκρατικά μέτρα όπως η «ελεύθερη» εκλογή προαποφασισμένων (με χρήσμα) αντιπροσώπων προβάλλονται ως δημοκρατικές εγγυήσεις και κατακτήσεις, ενώ υπονομεύουν ακόμα περισσότερο το πραγματικό πολίτευμα της Δημοκρατίας που λείπει από τη χώρα μας.

Τελικά, αν για κάτι πρέπει να φταίνε οι πολίτες, τότε φταίμε επειδή αναπαράγουμε και διαιωνίζουμε τις αυθαίρετες γενικεύσεις που μας προσάπτει το πολιτικό σύστημα. Γενικεύσεις οι οποίες φθείρουν την κοινωνική μας συνοχή, μας στρέφουν τον ένα ενάντια στον άλλο και μας κάνουν εύκολα διαχειρίσιμους από ένα ανάξιο και αναξιόπιστο πολιτικό σύστημα. Αντιστοίχως, είναι δική μας ευθύνη σε μία τόσο δύσκολή περίοδο για τη χώρα, να κοιτάξουμε το δάσος και όχι το δέντρο, να εντοπίσουμε τα σημεία που μας ενώνουν και όχι αυτά που μας χωρίζουν, να καταλάβουμε εν τέλει πως η κρίση είναι πολιτειακή.

Το ποιος φταίει λοιπόν είναι προφανές. Φταίει το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα, το σύνταγμα και το Πολίτευμά μας. Η πιο απεχθής όμως κατηγορία δεν είναι αυτή της ευθύνης αλλά αυτή της δύναμης. Το σύστημα και οι πολιτικοί του καθώς μας επιρρίπτουν ευθύνες, ταυτόχρονα μας πείθουν για τη πολιτική μας δύναμη και ισχύ. «Για να φταίνε οι πολίτες», και για να έφεραν τα πράγματα ως εδώ, τότε οι πολίτες έχουν δύναμη. Και αν οι πολίτες έχουν ήδη δύναμη και επιρροή δεν χρειάζεται να έχουν και αξιώσεις για περισσότερη και μεγαλύτερη συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας τους. Και αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη μας ήττα.

Ας τελειώσουμε μια και καλή λοιπόν με την τυφλή και εγκληματικά εύκολη κατηγορία εναντίον των πολιτών και ας γυρίσουμε την πλάτη στους ειδικούς, τεχνοκράτες και λοιπούς επαΐοντες οι οποίοι αναζητούν τη λύση σε θεωρήματα, κατασκευάσματα και οικονομικές φόρμουλες.

Την επόμενη φορά που θα ακούσετε απελπισία ή κατηγορία, ξέρετε πώς να αντιδράσετε. Μοιραστείτε τη γνώση.

Η Ελλάδα χρειάζεται νέο, και επιτέλους Δημοκρατικό Σύνταγμα και Πολίτευμα. Και το χρειάζεται από τους Έλληνες πολίτες.

 

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 2 Comments

ΣΥΝΙΔΡΥΤΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

fathers

Σήμερα, ολόκληρη η ανθρωπότητα γνωρίζει πως η Δημοκρατία ως έννοια, σύνολο πολιτικών ιδεών και πρακτικών, και εν γένει ως πολίτευμα, γεννήθηκε στην Αθήνα τον 5ο με 6ο αιώνα π.Χ.

Αυτό που είναι ίσως λιγότερο γνωστό είναι πως ο ακριβής τόπος γέννησης της Δημοκρατίας είναι η Αρχαία Αγορά των Αθηνών. Ο διάλογος, η Παρρησία, η Ισηγορία, η Ισονομία και η Δικαιοσύνη είναι λίγες μόνο από τις υψηλές ιδέες που γεννήθηκαν στο πολιτιστικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο των Αθηνών. Οι πρωτοποριακές αυτές ιδέες συνετέλεσαν στην ίδρυση αλλά και επικράτηση της Δημοκρατίας.

Ακόμα λιγότερο γνωστό – έως και άγνωστο στις μέρες μας – είναι το ποιος δημιούργησε τελικά τη Δημοκρατία. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει κάποιος «πατέρας» της Δημοκρατίας. Κανένας μεγάλος αρχηγός, ηγέτης ή πολιτικός ήρωας. Άλλωστε η Δημοκρατία δεν βασίζεται σε σωτήρες αλλά στη δύναμη των πολιτών. Κάποιοι ισχυροί και ενεργοί πολίτες ήταν αυτοί που δημιούργησαν τους πρώτους Δημοκρατικούς πολιτειακούς θεσμούς – οι Συνιδρυτές της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με την πολιτική ιστορία, η Δημοκρατία θεμελιώθηκε αρχικώς από τον Σόλωνα, απέκτησε ουσιαστικό περιεχόμενο και βάθος από τον Κλεισθένη, ενισχύθηκε και θωρακίσθηκε από τον Εφιάλτη, ενώ προσέλαβε ποιοτικά  χαρακτηριστικά και ολοκληρώθηκε από τον Περικλή.

 

ΣΟΛΩΝ

Ο Σόλων ο δίκαιος ήταν ο πρώτος. Έχοντας ταξιδέψει και μελετήσει ποικίλους νόμους, ο Αθηναίος νομοθέτης εφάρμοσε ευβούλως στην Αθηναϊκή πολιτεία τη «σεισάχθεια», απελευθερώνοντας όσους πολίτες είχαν υποδουλωθεί, ενώ ταυτόχρονα παρείχε αμνηστία για αδικήματα που επέφεραν απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων. Κατανοώντας την ουσία του πολιτειακού ζητήματος, ο Σόλων αναγνώρισε με ευθυκρισία πως για την επίτευξη της κοινωνικής Δικαιοσύνης οι πολίτες χρειάζονται τα πολιτικά τους δικαιώματά (Ισονομία).

Στο ίδιο πνεύμα, ο Σόλων έδωσε για πρώτη φορά στους θήτες (το κατώτερο κοινωνικό στρώμα) το δικαίωμα συμμετοχής στην Εκκλησία του Δήμου και στην Ηλιαία, ως ένορκοι. Μέσω της Ηλιαίας, η οποία ήλεγχε μετά από καταγγελία οποιουδήποτε παράνομες ενέργειες των αρχόντων οι οποίοι έβλαπταν την πολιτεία ή κάποιον πολίτη (ακόμα και δούλο), οι πολίτες απέκτησαν τις πρώτες ελεγκτικές εξουσίες τους.

Τέλος, ιδρύοντας λαϊκά δικαστήρια με δικαίωμα προσφυγής σ’ αυτά όσων δεν ήθελαν να δικαστούν από τους άρχοντες και παρουσιάζοντας το θεσμό της έφεσης κατά δικαστικών αποφάσεων ενώπιον του δήμου, ο Σόλων έσπασε το μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας από τους επαγγελματίες πολιτικούς και δικαστές, και έθεσε έτσι τις βάσεις για να καταστεί ο δήμος κύριος της πολιτείας.

 

ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ

Επόμενος συνθεμελιωτής της Δημοκρατίας υπήρξε ο Κλεισθένης. Αφού πέτυχε την ανατροπή του Ισαγόρα, του Κλεομένη και της τυραννίδας, ο Αλκμεωνίδης πολιτικός διαίρεσε την Αττική σε δήμους των τριάντα μερών – δέκα από την πόλη (Άστυ), δέκα από την παραλία και δέκα από την ενδοχώρα (Μεσόγαια). Επιπλέον, όρισε με κλήρο τρεις δήμοι να σχηματίζουν μια φυλή, έτσι ώστε κάθε φυλή να βρίσκεται και να εκπροσωπείται σε όλα τα σημεία της πόλης. Το μέτρο αυτό ένωσε ουσιαστικά με κοινή μοίρα πολίτες από διαφορετικές περιοχές, και συνεπώς από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, επιτυγχάνοντας μια πρωτοποριακή πολιτική και κοινωνική ισότητα. Η κατάργηση της κατοχής γης ως προϋπόθεση για την ιδιότητα του πολίτη, η ενσωμάτωση νέων πολιτών (ξένοι κάτοικοι ή απελευθερωμένοι δούλοι) και η δυνατότητα των θητών να υπηρετούν την Αθήνα μέσω του στόλου, ενίσχυσε περαιτέρω το αίσθημα της πολιτικής ισότητας ενώ διέλυσε τις παλιές πολιτικοκοινωνικές δομές της ολιγαρχικής Αθήνας. Επιπροσθέτως, τόσο οι φυλές όσο και οι δήμοι απέκτησαν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, με δική τους εκκλησία, περιουσία και ταμείο, κάτι το οποίο οδήγησε στην αναγκαία αποκέντρωση της πολιτικής εξουσίας.

Το γενικότερο πολιτικό πνεύμα των επί Κλεισθένη μεταρρυθμίσεων έδωσε τη δυνατότητα συμμετοχής στα κοινά όλων των πολιτών (Ισοκρατία), χωρίς περιορισμούς (Παρρησία), με επιδίωξη τη λήψη συναινετικών αποφάσεων μετά από δημόσια συζήτηση (Ισηγορία). Τα νέα Κλεισθένεια μέτρα του οστρακισμού (η νόμιμη εξορία ενός πολίτη που αποτελούσε κίνδυνο για τη Δημοκρατία) και της δοκιμασίας (εξέταση της καταλληλότητας των υποψηφίων για κάποιο αξίωμα) λειτούργησαν ως θρυαλλίδα για τον απόλυτο έλεγχο των πολιτικών αξιωματούχων από τους πολίτες.

 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Στη συνέχεια, τις δημοκρατικές πρωτοβουλίες επεξέτεινε ο αδιάφθορος Εφιάλτης, γιος του Σοφωνίδη. Ο υπέρμαχος και υπερασπιστής των πολιτών Εφιάλτης τόλμησε να πολεμήσει ευθαρσώς το ισχυρότατο πολιτικό και ολιγαρχικό κατεστημένο της εποχής. Εκφράζοντας τη θέληση των πολιτών κατόρθωσε και αφαίρεσε τις πολιτικές και περιόρισε τις δικαστικές αρμοδιότητες και εξουσίες του αντιδημοκρατικού και ολιγαρχικότατου Αρείου Πάγου. Τις εναπομείνασες εξουσίες του, τις μετέφερε στη Βουλή και την Εκκλησία του Δήμου – τα πολιτειακά όργανα των πολιτών. Πλέον, το υψηλότερο αξίωμα στη Δημοκρατία, ήταν αυτό του πολίτη. Δική του πολιτική πρωτοβουλία ήταν και η γραφή των παρανόμων, σύμφωνα με την οποία κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να εγείρει αγωγή κατά διοικητικών πράξεων και νόμων τους οποίους έκρινε αντισυνταγματικούς ή παράνομους. Η γραφή παρανόμων υπήρξε το τελειωτικό χτύπημα εναντίον της κακονομίας και των μισοδήμων νόμων. Για τις μεταρρυθμίσεις του αυτές ο Εφιάλτης δολοφονήθηκε από τη φθίνουσα ολιγαρχική τάξη.

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Τέλος, ο Περικλής, θιασώτης του Δημοκρατικού ιδεώδους, συνέχισε το δρόμο της δημοκρατικής ολοκλήρωσης. Πολιτειακά, ο υψιπέτης Στρατηγός απογύμνωσε το αριστοκρατικό αξίωμα των εννέα αρχόντων από κάθε ουσιαστική εξουσία. Πολιτικά, ο Περικλής εισήγαγε τη «μισθοφορά», δηλαδή την πληρωμή μισθού σε όλους τους κληρωτούς άρχοντες, μέτρο που εξασφάλισε ίσες ευκαιρίες πολιτικής συμμετοχής για όλους, ενώ με εισήγησή του θεσπίστηκε η δωρεάν εκπαίδευση των απόρων και η κρατική επιχορήγηση τους για την παρακολούθηση των δραματικών αγώνων («θεωρικά»). Με τις τελευταίες αυτές μεταρρυθμίσεις, η Αθήνα απέκτησε την απόλυτη και «Χρυσή» Δημοκρατική ολοκλήρωση, προστατεύοντας τους πολίτες που συμμετείχαν στην πολιτική από το χρηματισμό και τη διαφθορά, και καλλιεργώντας πολιτικό πολιτισμό και πολιτική παιδεία για όλους.

 

ΣΥΝΙΔΡΥΤΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η αλήθεια είναι πως οι πραγματικοί Συνιδρυτές της Δημοκρατίας ήταν οι απλοί πολίτες. Οι πολίτες εκείνοι που διαπραγματεύθηκαν, συζήτησαν, υποδέχθηκαν, εφάρμοσαν και υπερασπίστηκαν τη Δημοκρατία και την κατέστησαν ένα λαμπρό πολίτευμα – κειμήλιο για την ιστορία και την ανθρωπότητα. Αυτοί ήταν η πηγή έμπνευσης της Δημοκρατίας αλλά και ο λόγος της επιτυχίας της. Αυτοί συνδιαμόρφωσαν και συνδημιούργησαν τη Δημοκρατία. Έτσι και εμείς σήμερα, οι Έλληνες πολίτες μπορούμε να γίνουμε αυτοί που θα συνδημιουργήσουν, θα αναγεννήσουν τη Δημοκρατία και θα την επαναφέρουν ως πολιτειακή επιλογή για την Ελλάδα και τον κόσμο.

Αν ανατρέξει κανείς στα σημαντικά στοιχεία και τις πολιτικοκοινωνικές αλλαγές που επέφεραν οι τέσσερις αρχαίοι πολιτικοί και επισημάνθηκαν στο κείμενο, διακρίνει εύκολα το δημοκρατικό κενό του σήμερα και τις πολιτικές αλλά κυρίως πολιτειακές ανάγκες της Ελλάδας στην εποχή μας.

Η Ελλάδα χρειάζεται νέο, και επιτέλους Δημοκρατικό Σύνταγμα και Πολίτευμα. Και το χρειάζεται από τους Έλληνες πολίτες.

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 30/01/2014

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 3 Comments

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Τον 2ο αιώνα π.Χ. η Ρωμαϊκή Republic αρχίζει και αναδεικνύεται ως η κυρίαρχη δύναμη της Μεσογείου. Το 168 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατανικούν και καθυποτάσσουν τους Μακεδόνες. Ύστερα από την νίκη της αυτή η Ρωμαϊκή Γερουσία στράφηκε εναντίον των λοιπών Ελλήνων που αρνήθηκαν να την υποστηρίξουν στο πόλεμο με τη Μακεδονία, και συγκεκριμένα, εναντίον της Ρόδου. Ως αντίποινα, και αποδεικνύοντας περίτρανα πως η οικονομική της μαχητικότητα ήταν εξίσου δεινή με την πολεμική, η Ρώμη δημιουργεί ένα πανίσχυρο λιμάνι στη Δήλο, απαλλαγμένο από φορολογία, το οποίο και δίνει στην Αθήνα να το αξιοποιήσει. Σε διάστημα λίγων μηνών, η Ρόδος παύει να είναι το εμπορικό κέντρο της Μεσογείου και καταστρέφεται οικονομικά. Παράλληλα, οι Αθηναίοι αποκτούν μεγάλο πλούτο με απότομο και άπληστο τρόπο.

Έχοντας την πλήρη υποστήριξη της Ρώμης, το Αθηναϊκό νόμισμα αναδεικνύεται ως κοινό μέσο συναλλαγής για όλο τον Ελληνικό κόσμο. Η ραγδαία ανάπτυξη του εμπορίου ωφελεί κυρίως τη Ρώμη, ως Υπερδύναμη του τότε κόσμου (όπως ακριβώς γίνεται και σήμερα με τις Η.Π.Α.), και τα λιμάνια των Αθηνών και της Δήλου γεμίζουν με Ιταλικά και Ρωμαϊκά εμπορικά πλοία. Η ανερχόμενη οικονομική ελίτ των Αθηνών, αρχίζει για πρώτη φορά να ονειρεύεται. Αυτή τη φορά όμως τα όνειρα δεν ήταν για πολιτισμό ή Δημοκρατία, αλλά για την μόνη εναπομείνασα επιλογή: το κυνήγι του κέρδους και του αδίστακτου πλουτισμού.

Η άνοδος της ελίτ αυτής προφανώς δεν ξάφνιαζε κανέναν την εποχή που η Δημοκρατία ήταν ανύπαρκτη και η Republic κυριαρχούσε. Ωστόσο, για τη γενέτειρα και τον λίκνο της Δημοκρατίας, η εμφάνιση του πολιτεύματος της Republic αποτελούσε ξεκάθαρη ύβρη και ο πληθυσμός των Αθηνών διψούσε για Ελευθερία και Δημοκρατία. Η απόλυτη προσβολή όμως πραγματοποιήθηκε από την Ρωμαϊκή Γερουσία, η οποία επέτρεψε τη λειτουργία κάποιων ελάχιστων Δημοκρατικών θεσμών στην Αθήνα, για να την καταστήσει ένα τουριστικό θεματικό πάρκο στο οποίο οι νέοι Ρωμαίοι θα μπορούσαν να ταξιδέψουν και να βιώσουν την Ελληνική ιστορία! Οι θεσμοί που είχαν επιβιώσει ήταν οι πλέον Ολιγαρχικοί του Αθηναϊκού Πολιτεύματος, όπως ο Άρειος Πάγος και οι εκλεγμένοι (και όχι κληρωτοί) αντιπρόσωποι. Βασικά δηλαδή στοιχεία πολιτεύματος Republic. Το μονοδιάστατο αυτό εκλογικό σύστημα είχε ως αποτέλεσμα την συγκέντρωση πολιτικής ισχύος στα χέρια λίγων, πλούσιων και επιφανών ανδρών, αλλά και των δηλημόνων, όπως ακριβώς συνέβαινε και στη Ρώμη. Από την άλλη, τα δημοκρατικά ψήγματα τα οποία είχαν επιτραπεί στην Αθήνα, ήταν στην ουσία δημοκρατικοφανή δώρα, άνευ ουσίας και νοήματος, ικανά να βυθίζουν τους πολίτες στον πολιτικό λήθαργο και να τους καθυποτάσσουν στην οικονομική ελίτ της Αθήνας και την πολιτική ηγεσία των Ρωμαίων (οι συσχετισμοί με το σήμερα είναι εκτυφλωτικοί). Το ποτήρι ξεχείλισε όταν η Αθήνα άρχισε να φαντάζει λιγότερο με μουσείο και περισσότερο με ζωολογικό κήπο, όπου οι Δημοκρατικές ιδέες και οι υποδουλωμένοι πολίτες έμοιαζαν με εκθέματα στα Ρωμαϊκά κλουβιά.

Συγκεκριμένα, με απόφαση της Ρώμης τα Αθηναϊκά ιερά είχαν κλείσει, ενώ είχαν επίσης απαγορευτεί οι εορτασμοί και τα μυστήρια (Ελευσίνια, κτλ.). Οι Αθηναίοι υπέστησαν επίσης το κλείσιμο των γυμναστηρίων, των θεάτρων και των δικαστηρίων τους. Η Πνύκα, το κέντρο της βούλησης των Πολιτών μέσω της Εκκλησίας του Δήμου δεν χρησιμοποιείτο, ενώ οι φιλοσοφικές σχολές ήταν φιμωμένες από τη Ρωμαϊκή λογοκρισία. Στην πολιτική κατάσταση, οι Ρωμαίοι είχαν απαγορεύσει την εκλογή Αρχόντων, κάτι που οι Αθηναίοι αποκαλούσαν αναρχία (δίχως Άρχοντες). Είναι φανερό από τις ομοιότητες πως οι σημερινές δοκιμασίες του έθνους μας δεν είναι πρωτοφανείς για τους Έλληνες.

Την εποχή εκείνη, λοιπόν, οι μόνοι που αποφάσισαν να αντιδράσουν ήταν οι φιλόσοφοι. Έχοντας επιτύχει μια Πλατωνική μέθεξη Φιλόσοφου και πολιτικού, οι Περιπατητικοί φιλόσοφοιΑθηνίων και Απελλικών αποφάσισαν να επιφέρουν Αριστοτελικές μεταρρυθμίσεις στην πόλη τους. Ο Αθηνίων, φιλόσοφος και ρήτορας, μιλώντας από το Βήμα της Αγοράς, κάλεσε τους Αθηναίους να αντισταθούν στην αναρχία και τον εκμαυλισμό της πόλης τους. Ενθουσιασμένοι οι Αθηναίοι Πολίτες τον εξέλεξαν αμέσως Στρατηγό. Οι φιλόσοφοι Απελλικών και Αθηνίων, πέραν της ακαδημαϊκής κοινότητας, εκπροσωπούσαν και μία άλλη ανερχόμενη μερίδα των Αθηνών: αυτή των Αθηναίων και μη, Πολιτών, με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και δικαιώματα που απαιτούσαν Ισότητα. Κινούμενοι άμεσα, οι Περιπατητικοί παρουσίασαν Συνταγματικές μεταρρυθμίσεις στην Αθήνα, οι οποίες έσπασαν το παραδοσιακό μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας από τις οικονομικές ελίτ, επέστρεψαν τη δύναμη στα χέρια των Πολιτών και αναστήλωσαν την Δημοκρατία. Η Αθηναϊκή οικονομική ελίτ που για δεκαετίες επιβουλεύονταν τους πολίτες, διακρίνοντας τον κίνδυνο, έσπευσε να εγκαταλείψει την πόλη και να ζητήσει πολιτικό άσυλο και προστασία στην πατριαρχική Ρώμη. Τον ίδιο δρόμο βέβαια ακολούθησαν και οι Ρωμαίοι επιχειρηματίες που διοικούσαν και καταδυνάστευαν τη Δημοκρατική Πρωτεύουσα.

Η αναγέννηση της Δημοκρατίας συνδυάστηκε με εορτασμούς και συγκίνηση. Ταυτόχρονα όμως συνδυάστηκε και με τη συμμαχία της Αθήνας με τον απόλυτο εχθρό της Ρώμης, τον Βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη. Ο περσικής καταγωγής βασιλέας των Ελλήνων του Πόντου, ονειρευόταν τον εαυτό του ως σύγχρονο Αλέξανδρο και κατακτητή των Ρωμαίων. Έχοντας απελευθερώσει τα παράλια της Μικράς Ασίας από Ρωμαϊκά χέρια, ο Μιθριδάτης ζήτησε από τους Αθηναίους να επαναστατήσουν, ενώ τους υποσχέθηκε πως θα τους επέτρεπε να διατηρήσουν τη Δημοκρατία τους. Οι δύο πλευρές συνειδητοποίησαν ότι χρειαζόταν η μία την άλλη. Οι μεν Αθηναίοι γνώριζαν πως δεν θα μπορούσαν να αναστηλώσουν τη Δημοκρατία τους όσο τελούσαν υπό Ρωμαϊκό ζυγό, ενώ ο δε Μιθριδάτης επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει την Αθηναϊκή επανάσταση ως αντιπερισπασμό απέναντι στα Ρωμαϊκά στρατεύματα. Το 88 π.Χ. η Αθήνα κήρυξε την Ανεξαρτησία της και οι δύο πλευρές επισφράγισαν τη συμμαχία τους έχοντας τα μάτια της Ρώμης καρφωμένα πάνω τους.

Η χαρά των Αθηναίων δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ. Την άνοιξη του 87 π.Χ. ο Lucius Cornelius Sulla (Σύλλας), ο Ερημωτής των Ελλήνων, αποβιβάστηκε στην Ελλάδα. Έχοντας υπερισχύσει στην πολιτική του διαμάχη με τον πρώην αρχηγό του, Μάριο, ο Σύλλας κατέφθασε στην Αθήνα απολαμβάνοντας την πλήρη υποστήριξη της Ρωμαϊκής Γερουσίας. Αν και οι εντολές που είχε ήταν να καταπνίξει την επανάσταση, η βδελυγμία που ένοιωθε για το Ελληνικό πνεύμα και το Ελληνικό ιδεώδες της Δημοκρατίας προδιέγραψε την επικείμενη σφαγή. Ο τυχερός (αυτοαποκαλείτο Felix), ικανότατος και αδίστακτος Ρωμαίος Στρατηγός, είχε κάτω από τις διαταγές του πέντε από τις ισχυρότερες Ρωμαϊκές λεγεώνες όλων των εποχών. Όταν αντίκρισε τα τείχη των Αθηνών, ο Σύλλας διέταξε τους στρατιώτες του να ξεριζώσουν τις αρχαίες ελιές κάτω από τις οποίες δίδαξε ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης και να φτιάξουν πολιορκητικές μηχανές. Ο φρικτός λιμός που έπληξε την πόλη ήταν αυτός που άνοιξε τις πύλες των Αθηνών στις μαινόμενες Ρωμαϊκές λεγεώνες. Ο Σύλλας έδωσε την άδεια στους στρατιώτες του να ληστέψουν και να σκοτώσουν κατά το δοκούν, όμως οι περήφανοι Αθηναίοι δεν σκόπευαν να του κάνουν τη χάρη. Κανείς δεν είχε ξεχάσει την απάνθρωπη και βέβηλη καταστροφή της ένδοξης Κορίνθου από τον Σύλλα, και για το λόγο αυτό, πολλοί Αθηναίοι, αρνούμενοι να δεχτούν μια αντίστοιχη μοίρα, αψήφησαν τη Ρωμαϊκή σπάθα και αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν. Μετά την πράξη αυτή, το μίσος του Σύλλα δεν είχε όρια. Το λιμάνι του Πειραιά έγινε συντρίμμια, η Ακρόπολη καταληστεύτηκε, και όσοι συμμετείχαν στην Δημοκρατική κυβέρνηση σφαγιάστηκαν, ενώ οι υποστηρικτές τους έχασαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αποχωρώντας, ο Ρωμαίος στρατηγός, και καθώς το αίμα έρρεε από το κέντρο των Αθηνών προς τα προάστια, διέταξε την επιστροφή της εξουσίας στην Αθηναϊκή οικονομική ελίτ που είχε αυτοεξοριστεί στη Ρώμη. Η Republic είχε νικήσει.

Η εκδίκηση όμως εναντίον των Πολιτών που τόλμησαν ευθαρσώς να πολεμήσουν για τη Δημοκρατία δεν τελείωσε εδώ. Έχοντας εξοντώσει το Μιθριδατικό στρατό, ο Σύλλας επέστρεψε στην Αθήνα το 84 π.Χ. για να ληστέψει με την ησυχία του την πολιτιστική πρωτεύουσα της ανθρωπότητας. Οι στύλοι στο Ναό του Διός ξηλώθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, οι αθλητές των Ολυμπιακών αγώνων υποδουλώθηκαν και στάλθηκαν στην πρωτεύουσα της Republic για να τσακιστεί το Ολυμπιακό πνεύμα και ιδεώδες, ενώ οι περίφημες Αθηναϊκές βιβλιοθήκες με τον ακαδημαϊκό και πολιτιστικό πλούτο ξεγυμνώθηκαν και έγιναν ερείπια. Πλέον, αν κάποιος από τον γνωστό κόσμο επιθυμούσε να σπουδάσει τις διδαχές του Αριστοτέλη, έπρεπε να πάει στη Ρώμη. Η εκδίκηση του Σύλλα εναντίον της Ελληνικής φιλοσοφίας ήταν γλυκιά.

Κάπως έτσι σύντομα και άδοξα έσβησε η τελευταία στιγμή της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Έχοντας υπομείνει για χρόνια τον Ολιγαρχικό ζυγό των οικονομικών ελίτ (εσωτερικών και αλλότριων), το 88 π.Χ. οι ελευθερόφρονες Αθηναίοι αποτίναξαν τον ζυγό και ύψωσαν τη σημαία της Δημοκρατίας, της Ισότητας, της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας. Αφ’ ενός το κυνήγι του κέρδους και αφ’ ετέρου η επέλαση ξένων στρατών, επέφεραν τη θανάτωση της Δημοκρατίας στη πόλη που πρώτη την εμπνεύστηκε και που με αυτή μεγαλούργησε. Η Ελλάδα, ως ενωμένη χώρα πλέον, θα οδηγηθεί στους επόμενους αιώνες από το ένα μοναρχικό πολίτευμα στο άλλο για να καταλήξει το 1974 σε μία εισαγόμενη Republic (Ολιγαρχία) του χαμηλότερου επιπέδου και ποιότητας. Σε ένα πολιτικό σύστημα και Σύνταγμα που συντηρεί τις άθλιες και ανθελληνικές πολιτικοοικονομικές ελίτ και καταδυναστεύει τις ζωές μας μέχρι και σήμερα.

Ας τονιστεί και ας καταστεί σαφές λοιπόν πως η τελευταία στιγμή της μίας και πραγματικής Δημοκρατίας για τους Έλληνες ήταν στην Αθήνα του 88 π.Χ. Αυτή είναι η ιστορική μας αλήθεια. Από τότε η χώρα μας δεν έχει γευτεί ξανά τους πολιτικούς καρπούς του Ελληνικού αυτού πολιτεύματος. Η σημερινή και σύγχρονη Republic είναι πραγματικά ένα πολιτικό έκτρωμα το οποίο έχει επιβληθεί στην πατρίδα μας και εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τις Ελληνικές αλλά και αλλότριες ελίτ και τα συμφέροντά τους με ένα διαχρονικό τρόπο που μας καθιστά περίοικους στην ίδια μας τη χώρα. Όπως συνέβαινε και επί Ρωμαϊκής κατοχής, οι εναπομείναντες κίβδηλοι δημοκρατικοί θεσμοί του σήμερα είναι δημοκρατικοφανή ψήγματα που ενώ δίνουν την εντύπωση ελευθερίας, ουσιαστικά σφετερίζονται την έννοια της Δημοκρατίας και υποδουλώνουν περισσότερο την Ελλάδα στους κοινοβουλευτικούς μας «αντιπρόσωπους» και τα αφεντικά της «πολιτισμένης Δύσης». Οι αντίστοιχοι πολιτικοί και επιχειρηματίες που δρούσαν ως δωσίλογοι εναντίον μας στους Ρωμαίους, μηδίζουν και σήμερα και εκμεταλλεύονται τη χώρα και τους Πολίτες της. Οι αντίστοιχοι απάτριδες πολιτικοί και επιχειρηματίες θα σπεύσουν να φύγουν μακριά (κάποιοι το έχουν ήδη κάνει) όταν εμείς οι Πολίτες ανακτήσουμε την πολιτική εξουσία της χώρας μας και επαναφέρουμε τη Δημοκρατία ως πολίτευμα μετά από 2.000 χρόνια απουσίας. Το αμάρτημα της παγκόσμιας Δημοκρατικής απουσίας ευτυχώς είναι ιάσιμο και οι πρωταγωνιστές θα είναι για ακόμη μια φορά οι Έλληνες.

Η Δημοκρατία φαίνεται να έχει αποτύχει και είτε απουσιάζει είτε διαστρεβλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Republic φαίνεται να έχει νικήσει και επικρατήσει. Η Δημοκρατική αναγέννηση, λοιπόν, προς όφελος της Ελλάδας αλλά και της ανθρωπότητας, είναι ιερή αποστολή και πεπρωμένο των Ελλήνων Πολιτών. Η Ελλάδα χρειάζεται νέο, Ελληνικό και επιτέλους Δημοκρατικό πολίτευμα και Σύνταγμα.

Για την ηθική νίκη και επικράτηση της Δημοκρατίας.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΝΕΛΣΟΝ “ΜΑΝΤΙΜΠΑ” ΜΑΝΤΕΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Ο Μαντίμπα ήταν σίγουρα ο τελευταίος μεγάλος πολιτικός της εποχής μας.

Στις μέρες μας, η πολιτική έχει χάσει πραγματικά κάθε νόημα και σκοπό αλλά ευτυχώς η ζωή και το έργο κάποιων μεγάλων πολιτικών, όπως ήταν ο Μαντίμπα, μπορεί να μας θυμίσει το ιδεώδες μιας πολιτικής υπέρ του πολίτη και υπέρ της ανθρωπότητας. Από τη μία η ζωή του Μαντίμπα, του πολιτικού με την απέραντη καλοσύνη και το φωτεινό χαμόγελο και από την άλλη η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύουν ποιες είναι οι αξιώσεις που πρέπει να έχουμε ως πολίτες από τους εκάστοτε πολιτικούς  της εποχής μας:

Ο Μαντίμπα ήταν πετυχημένος δικηγόρος και πρωτοπόρος στο αντικείμενό του καθώς είχε το μοναδικό νομικό γραφείο στη Ν. Αφρική που ήταν στελεχωμένο από «παιδιά της Αφρικής» και όχι από λευκούς αποικιοκράτες. Ακολουθώντας ένα τελείως διαφορετικό μονοπάτι, οι πολιτικοί του σήμερα είναι συνήθως αβροδίαιτοι επαγγελματίες-πολιτευτές, «αντιπρόσωποι» των πολιτών, δίχως καμία εργασιακή εμπειρία ή καταξίωση.

Το 1952 ο Μαντίμπα κινήθηκε στα βήματα του Μόχαντας “Μαχάτμα” Γκάντι και ξεκίνησε μια Ειρηνική Εκστρατεία κατά του απεχθούς Απαρτχάιντ που μάστιζε τη χώρα του.  Παρόλα αυτά, ο Μαντίμπα ήταν ένας απλός άνθρωπος και πολλές φορές υπέκυπτε σε σφάλματα πηγαίνοντας ενάντια και στην ίδια του τη φύση, πάντα όμως με γνώμονα το καλό της πατρίδος του. Το 1960 εκτελείται η «Σφαγή στο Sharpeville» όπου οι κατοχικές αστυνομικές δυνάμεις δολοφονούν 69 ειρηνικούς αφρικανούς διαδηλωτές. Εξοργισμένος ο Μαντίμπα αποδέχεται τη χρήση βίας για την απελευθέρωση της χώρας του. Μέσα από το λάθος τους αυτό ο Μαντίμπα θα εξαγνιστεί και θα αναδειχθεί ισχυρότερος από ποτέ. Ταυτόχρονα, κάθε σφάλμα, κάθε κακοδιαχείριση, κάθε απάτη και κάθε πράξη διαφθοράς από τους πολιτικούς του σήμερα φαίνεται πως γίνεται για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών και πολλές φορές ενάντια στο κοινό και συλλογικό συμφέρον.

Ο Μαντίμπα ήταν δεινός ρήτορας. Όταν συνελήφθη το 1962, αρνήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του στη δίκη και αντ’ αυτού εξέδωσε έναν τρίωρο πολιτικό λόγο υπέρ της Ελευθερίας της Αφρικανικής ηπείρου. Η ποινή εναντίον του ήταν ισόβια κάθειρξη. Η ίδια ρητορική τέχνη που δημιουργήθηκε κατά την αρχαιότητα και τελειοποιήθηκε από Έλληνες, έχει καταλήξει σήμερα να υποβαθμίζεται σε χέρια συκοφαντών και δημαγωγών.

Τα επόμενα δεκαοχτώ χρόνια ο Μαντίμπα θα τα περάσει σε ένα κελί διαστάσεων 2,4 επί 2,1 μέτρων. Το πάντα δημιουργικό πνεύμα του βρήκε διέξοδο στην κηπουρική τέχνη και στην επαφή και τη φροντίδα της φύσης. Μία από τις πολλές μικρές του μάχες στη φυλακή ήταν η διαρκής απαίτηση χώρου για τον κήπο του, υπερασπιζόμενος κατά αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα των πολιτικών κρατουμένων για αξιοπρέπεια. Στον ελεύθερο του χρόνου, πάντα ανοιχτόμυαλος και διορατικός, δίδασκε στους συγκρατούμενους του, μελετούσε το Ισλάμ ενώ προσευχόταν σαν Χριστιανός και μάθαινε την «Αφρικάανς» (τη γλώσσα των αποικιοκρατών) για να μπορεί να επικοινωνεί με τους λευκούς δεσμοφύλακες και να τους εντάξει στο σκοπό του. Ο Μαντίμπα θα παραμείνει φυλακισμένος για τρεις συνολικά δεκαετίες για να απελευθερωθεί το 1990 και να λάμψει με το χαμόγελό του όλη η ανθρωπότητα. Στον αντίποδα, οι πολιτικοί του σήμερα φαίνονται αδύναμοι να κατανοήσουν αντίθετες απόψεις και προοπτικές και περιχαρακώνονται σε κενά πολιτικο-ιδεολογικά στεγανά, διχάζοντας κατά αυτό τον τρόπο τους εαυτούς τους αλλά και τους υπόλοιπους πολίτες.

Ο Μαντίμπα ήταν εμπνευσμένος. Όταν αποφυλακίστηκε, μετά από δεκαετίες εξαθλίωσης και βασανιστηρίων, ο Μαντίμπα είχε μέσα του μόνο κατανόηση και αγάπη. Έχοντας συγχωρέσει ήδη τους βασανιστές και δεσμοφύλακές του, το μοναδικό του μέλημα ήταν η ομόνοια του έθνους του. Κατά αυτόν τον τρόπο ο Μαντίμπα είχε συλλάβει ένα χειροπιαστό εθνικό όραμα για τη χώρα του – τη συμφιλίωση. Αντιθέτως και κοιτώντας στο σήμερα, η μείωση του χρέους, η πάταξη της  φοροδιαφυγής ή η επίλυση του μεταναστευτικού δεν αποτελούν οράματα παρά μόνο «ενδιάμεσες» πολιτικές, οι διευθετήσεις των οποίων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάτι θετικό, μεγάλο, ενωτικό και δημιουργικό – ένα σύγχρονο όραμα που απουσιάζει για δεκαετίες από την Ελλάδα.

Ο Μαντίμπα ήταν υπεράνω ιδεολογιών. Με το τέλος του Απαρτχάιντ και τις επικείμενες εκλογές  ο Μαντίμπα έθεσε τον εαυτό του υπεράνω πολιτικών ιδεολογιών ενώ είχε ως μοναδικό μέλημα την πατρίδα του. Ο Μαντίμπα ήταν επίσης υπεράνω κομμάτων. Υπερκομματικός όπως ο Περικλής και ο George Washington, ο Μαντίμπα αποφάσισε με ευθυκρισία ως ο πρώτος Αφρικανός Πρόεδρος της χώρας του, να δημιουργήσει μια κυβέρνησης εθνικής ομόνοιας έτσι ώστε να εκπροσωπείται απόλυτα και η λευκή μειοψηφία. Κάνοντας το ένα βήμα παραπάνω, διόρισε τον F. W. de Klerk, τελευταίο πρόεδρο του Απαρτχάιντ, ως πρώτο Αναπληρωτή Πρόεδρο στην κυβέρνησή του. Οι σημερινές κυβερνήσεις συνεργασίας δημιουργούνται αποκλειστικά λόγω πολιτικού αποτελέσματος και έλλειψης αυτοδυναμίας – είναι δηλαδή υποχρεωτικοί συνασπισμοί αντιπάλων και όχι ειλικρινής αλληλοϋποστήριξη πολιτικών για το γενικότερο καλό και συμφέρον. Αυτό βέβαια είναι αναμενόμενο δεδομένης της σκληρής και απόλυτης κομματικοποίησης της πολιτικής ζωής στην εποχή μας και του μονοπωλίου της εξουσίας από τα κόμματα.

Ο Μαντίμπα ήταν ενωτικός. Υπέρμαχος της φιλοσοφικής έννοιας «ουμπούντου» (πίστη σε έναν οικουμενικό δεσμό που ενώνει όλη την ανθρωπότητα), ο Μαντίμπα κάλεσε ως Πρόεδρος το έθνος να συγχωρέσει τον εαυτό του και να ζήσει με ειρήνη και ομόνοια. Με το τέλος του Απαρτχάιντ και βλέποντας διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις λευκών και Αφρικανών έτοιμες να κατασπαράξουν τη χώρα με τη βία και το μίσος, ο Μαντίμπα αποφάσισε να καλέσει τον δεσμοφύλακα του στην πρώτη σειρά των επισήμων κατά την τελετή της προεδρικής του ορκωμοσίας και να δηλώσει με αυτό τον τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα: «Αν εγώ μπορώ να συγχωρέσω αυτόν που με φυλάκισε και με κακομεταχειρίστηκε, τότε σίγουρα μπορείτε και εσείς να συγχωρέσετε τους γείτονές σας». Οι πολίτες τον άκουσαν και οι προβοκάτορες έχασαν την επιχειρηματολογία των λόγων και των όπλων τους.  Οι ίδιοι προβοκάτορες σήμερα βρίσκουν χώρο για να εκφράσουν τη ρητορική του μίσους πατώντας πάνω στα διασπαστικά και εθνοκτόνα σχόλια των πολιτικών μας, οι οποίοι βασίζονται στην κοινωνική διχόνοια για να τραβήξουν τους πολίτες μακριά από τα δικά τους λάθη και ανεπάρκειες.

Ως δεινός πολιτικός, ο Μαντίμπα επέφερε την πολυπόθητη εθνική ειρήνη και ομόνοια μέσω υψηλής (υπουργοποίηση λευκών πολιτικών) αλλά και χαμηλής πολιτικής (υποστήριξη του Ράγκμπυ ως εθνικού αθλήματος). Σήμερα, κάθε έκφανση της πολιτικής πρακτικής φαίνεται πως έχει αποτύχει, ενώ η αποτυχία αυτή είναι και ο λόγος απαξίωσης της πολιτικής και της απομάκρυνσης των πολιτών από τα δημόσια θέματα.

Ο Μαντίμπα εκπροσωπούσε και εξέφραζε τους συμπολίτες του και στη διεθνή πολιτική σκηνή, όπου ως Γενικός Γραμματέας της «Κίνησης των Αδεσμεύτων Χωρών» κατηγόρησε το Ισραήλ για τις σοβινιστικές πολιτικές του κατά των Παλαιστινίων και μετέπειτα χαρακτήρισε ως «τραγωδία» την επέμβαση των Η.Π.Α. στο Ιράκ. Στον αντίποδα δεσπόζουν οι Έλληνες πολιτικοί, οι οποίοι ταγμένοι υπέρ της μίας ή της άλλη ξένης δύναμης, προχωρούν σε δηλώσεις και πράξεις που δεν εκφράζουν τους Έλληνες πολίτες.

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του Μαντίμπα ήταν η πολιτική ηθική και το πολιτικό μεγαλείο τα οποία τον οδήγησαν ως έναν σύγχρονο Cincinattus, στο να μην ξαναθέσει υποψηφιότητα για την προεδρία και να αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή μετά από μία μόνο θητεία, ενώ η επανεκλογή του σε περίπτωση που το επιθυμούσε θεωρείτο δεδομένη. Η εκλογή και τα πολιτικά αξιώματα φαίνονται όμως πως είναι το κυριότερο μέλημα των πολιτικών της χώρας μας οι οποίοι δεν διστάζουν να θεσιθηρούν και να θυσιάζουν πολιτικές απόψεις, συμμαχίες και ιδεολογίες για την πολυπόθητη εκλογική νίκη.

Το πλέον όμως σημαντικό ήταν πως ο Μαντίμπα συνέχισε να προσφέρει εθελοντικά, αδιάκοπα και ανιδιοτελώς στη χώρα και στους συμπολίτες του. Αμέσως μετά την αποχώρησή του από τα κοινά δημιούργησε ένα κοινωφελές Ίδρυμα, με σκοπό να καταπολεμήσει τη μάστιγα του HIV/AIDS, να προωθήσει την αγροτική ανάπτυξη και τη δημιουργία σχολείων. Αν και όλα τα ανωτέρω στοιχεία και χαρακτηριστικά είναι μοναδικά και ενώνοντάς τα μπορεί να αναδημιουργήσει κανείς το παζλ του μεγαλείου του Μαντίμπα, αξίζει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο τελευταίο στοιχείο αυτού του εμπνευσμένου πολιτικού, την διαρκή προσφορά του μετά την αποχώρηση από την πολιτική ζωή. Όταν δηλαδή κάθε του πράξη δεν είχε πολιτικό σκοπό ή σκοπιμότητα αλλά εξέφραζε τον ειλικρινή του πόθο για προσφορά. Έναν πόθο που σίγουρα δεν μοιράζονται οι πολιτικοί του σήμερα οι οποίοι αντί να χρησιμοποιούν το πολιτικό τους κεφάλαιο για να προσφέρουν στους πολίτες, αντιθέτως εκμεταλλεύονται τη φήμη τους για ιδιοτελείς σκοπούς: προσωπική και επαγγελματική επιτυχία για το άμεσο κοινωνικό τους περιβάλλον και φυσικά για τους ίδιους. Την ίδια επαγγελματική επιτυχία που όπως προαναφέρθηκε δεν κατέκτησαν ποτέ πριν ασχοληθούν με την πολιτική..

Η περαιτέρω σύγκριση με τον Μαντίμπα βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη.

Είναι αλήθεια πως δεν υπάρχουν πολιτικοί του αναστήματος του Μαντίμπα πουθενά σήμερα στον κόσμο. Κανείς πολιτικός της εποχής μας δεν μοιράζεται τα ευγενή χαρακτηριστικά του. Δίχως αυτά βέβαια, η πολιτική δεν μπορεί να θεωρηθεί πως δρα υπέρ των πολιτών και εύλογα λοιπόν συμπεραίνεται πως η κατωτέρου τύπου πολιτική δεν υπηρετεί ποτέ τους πολίτες. Σε μια εποχή λοιπόν που οι πολίτες δεν εκπροσωπούνται από μεγάλους και εμπνευσμένους πολιτικούς οι διέξοδοι για την κοινωνία είναι δύο. Η προφανής διέξοδος είναι η αναμονή για έναν υπερ-πολιτικό, ένα πολιτικό-σωτήρα. Η διέξοδος που μας προσφέρει όμως η ιστορία του Μαντίμπα είναι διαφορετική – προϋποθέτει την άμεση συμμετοχή των πολιτών, με τη μορφή κινήματος, ή όπως θα το ονομάζαμε στην Ελλάδα, προϋποθέτει Δημοκρατία. Η ιστορία του Μαντίμπα δεν είναι η ιστορία ενός ήρωα που οι πολιτικοί του σήμερα θα ήθελαν να πιστεύουμε. Είναι η ιστορία όλων αυτών των ανθρώπων της Ν. Αφρικής που υπερέβησαν τους εαυτούς τους όπως οι Walter Sisulu, Ahmed Kathrada, Steven Biko και Oliver Tambo. Κυρίως όμως είναι η ιστορία των απλών πολιτών που διψούσαν για Ελευθερία και Δικαιοσύνη. Των χιλιάδων πολιτών που διαμαρτυρήθηκαν, αγωνίσθηκαν, υπέφεραν και τελικά νίκησαν το Απαρτχάιντ και το μίσος στη Νότια Αφρική. Ήταν η συλλογική προσπάθεια και συμμετοχή αυτών των ανθρώπων που έγραψε μία από τις πιο επικές και ηρωικές ιστορίες του 20ου αιώνα.

Η ιστορία του Μαντίμπα λοιπόν απλώνει το φως στη για καιρό ξεχασμένη ιστορία της συμμετοχής, και της Δημοκρατίας. Την ιστορία της στιγμής που οι πολίτες αποκτούν την εξουσία στα χέρια τους και αναδημιουργούν την πολιτική πραγματικότητα και τη ζωή τους.

Δεν νομίζω πως είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος που θα το πει, αλλά θεωρώ πως πρέπει να ευγνωμονούμε την αρχαία και περήφανη Αφρικανική ήπειρο που χάρισε τον Μαντίμπα στην ανθρωπότητα. Ο Τάτα (πατέρας) του Νοτιοαφρικανικού έθνους, θα μας υπενθυμίζει για πάντα και για όσο υπάρχει Ιστορία, τι σημαίνει ευγενής πολιτική προσφορά και θα προκαλεί τους πολιτικούς της κάθε εποχής να υπερβούν τους εαυτούς τους και να ακολουθήσουν τα βήματα και τα επιτεύγματα μεγάλων πολιτικών προσωπικοτήτων, όπως του Νέλσον “Μαντίμπα” Μαντέλα.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΟΜΠΑΜΑ ΚΑΙ ΣΥΡΙΑ: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

«Είμαστε σαφείς προς το καθεστώς Άσαντ, αλλά και προς άλλους παίκτες στην περιοχή, πως από τη στιγμή που δούμε χημικά όπλα να κινούνται ή να χρησιμοποιούνται, αυτό θα ήταν για εμάς μια κόκκινη γραμμή. Κάτι τέτοιο θα άλλαζε τους υπολογισμούς μου, θα άλλαζε την εξίσωση».

— 20 Αυγούστου 2012, Μπαράκ Ομπάμα

 

Ο Μπαράκ Χουσέιν Ομπάμα δεν επιθυμεί την εμπλοκή στη Συρία. Το παραπάνω ρητορικό λάθος φαίνεται πως προκαλεί πολλά προβλήματα στον Πρόεδρο των Η.Π.Α. και στην υστεροφημία που πασχίζει να εξασφαλίσει από το 2008. Ας μην ξεχνάμε πως ο κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης (2009) έχει καταφέρει να δώσει ουσιαστικά τέλος στους πολέμους που βάραιναν τη χώρα του (Ιράκ – Αφγανιστάν), έβαλε τις Η.Π.Α. για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της να πολεμήσει από τα μετόπισθεν στη μεγάλη και νόμιμη βάσει του διεθνούς δικαίου στρατιωτική επιχείρηση στη Λιβύη, και επέμεινε στη χρήση αποκλειστικά οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν. Σε όλες αυτές τις δύσκολες αποφάσεις ο συνετός Ομπάμα αντιμετώπισε πολιτικούς αντιπάλους από το Ρεπουμπλικανικό αλλά και το Δημοκρατικό κόμμα.

Παρόλα αυτά, κρίνοντας πως το καθεστώς Άσαντ ξεψυχούσε, το 2012 προέβη σε επικοινωνιακό λάθος και ενέπλεξε τη χώρα του στον πόλεμο της Συρίας. Δυστυχώς για αυτόν, διάφοροι παίκτες και συμφέροντα όπως οι Ισραηλινοί, τα «γεράκια» των Η.Π.Α.  (Γερουσιαστές Μακέην, Γκράχαμ, κτλ.) αλλά και διεθνή μέσα αποφάσισαν να τον εγκαλέσουν για την φράση της «κόκκινης γραμμής» και να τον πιέσουν για στρατιωτική επέμβαση. Μια επέμβαση που ο ίδιος ουδαμώς δεν επιθυμεί, λόγω της οικονομικής επιβάρυνσης της χώρας του, της διεθνούς φήμης των Η.Π.Α. αλλά και της δικής του, καθώς και της υστεροφημίας του ως διπλωμάτης πολιτικός με ευθυκρισία, υπέρμαχος του δικαίου και της πολιτικής ηθικής κατά τα πρότυπα του Τζον Κένεντυ. Για τον λόγο αυτό λοιπόν φαίνεται να αναζητεί δύο πιθανές διεξόδους, είτε να βρει έναν τρόπο να αποφύγει τελείως το στρατιωτικό χτύπημα, είτε να βρει συμμάχους με τους οποίους θα επιμεριστεί την πολιτική και ιστορική ευθύνη μιας περιορισμένης επιχείρησης.

Οι νόμιμοι σύμμαχοι είναι τα Ηνωμένα Έθνη. Με τον Γ.Γ. Μπαν Κι-Μουν όμως να καλεί για συγκράτηση και διπλωματική λύση, και Ρωσία – Κίνα να υπόσχονται την αρνησικυρία, μια νόμιμη επίθεση πρέπει να θεωρείται απίθανη. Η ίδια η φύση του Συριακού εμφυλίου καθιστά οποιαδήποτε εξωτερική επέμβαση παράνομη βάσει του διεθνούς δικαίου καθώς η Συρία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος των Συνεδρίων για τα Βιολογικά (1972) και τα Χημικά Όπλα (1993). Είναι προφανές λοιπόν, πως τα Η.Ε. δεν δύνανται να παρέχουν στον Ομπάμα τη διέξοδο που χρειάζεται από την κρίση.

Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με τους μέχρι πρότινος βέβαιους συμμάχους, Γαλλία και Αγγλία. Η Γαλλία, αποδυναμωμένη από την πρόσφατη επιχείρηση στο Μάλι και από χρόνια οικονομική δυσχέρεια, αμφιταλαντεύεται, ενώ καθίσταται σαφές πως δεν πρόκειται να επιτεθεί δίχως τις Η.Π.Α. Επιπλέον, παρατηρώντας τη δυναμική των εξελίξεων (64% των Γάλλων διαφωνούν με μια πιθανή επέμβαση) ο Πρόεδρος Ολάντ συγκαλεί αυτή τη βδομάδα τη Βουλή να συζητήσει για το θέμα, αν και δεν απαιτείται η έγκριση του Κοινοβουλίου για στρατιωτική επίθεση.

Ταυτόχρονα, η Αγγλία μετά την ταπεινωτική ήττα του Κάμερον στη Βουλή των Κοινοτήτων είναι de facto και de jure εκτός. Αξίζει να σημειωθεί πως τα αμφίβολα «πειστήρια» που παρουσίασαν οι Συντηρητικοί για την χημική επίθεση, δεν έπεισαν μέχρι και μέλη του κόμματός τους. Η ιστορία φαίνεται με το μέρος των βουλευτών που καταψήφισαν την πρόταση Κάμερον μιας και δεν δόθηκε σαφής απάντηση στην ερώτηση qui bono; Ποιος δηλαδή ωφελήθηκε από το χημικό χτύπημα; Σίγουρα όχι ο Άσαντ. Αφενός λοιπόν η έλλειψη κινήτρου του καθεστώτος και αφετέρου το φιάσκο του 2003 για τα ανύπαρκτα Ιρακινά όπλα μαζικής καταστροφής, οδήγησαν τους Άγγλους βουλευτές στον φόβο για το πολιτικό κόστος και στην στρατιωτική αποχή.

Ένας φόβος που έχει κυριεύσει και Αμερικανούς πολιτικούς. Όλοι θυμούνται την άνοδο του Ομπάμα στις προκριματικές προεδρικές εκλογές του 2008 όταν η Χίλαρι Κλίντον αποφάσισε να κρατήσει σκληρή στάση και τάχθηκε υπέρ της κλιμάκωσης του πολέμου στο Ιράκ. Το λεγόμενο «φαινόμενο Κλίντον» έχει τρομοκρατήσει αρκετούς Δημοκρατικούς βουλευτές οι οποίοι αναγνωρίζουν την αντι-πολεμική φρόνηση των ψηφοφόρων τους και είναι πιθανό να διστάσουν να υπερψηφίσουν την πρόταση του Ομπάμα στο Κογκρέσο για εμπλοκή στη Συρία. Ταυτόχρονα, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα βιώνει την άνοδο αντιιμπεριαλιστικών τάσεων στο εσωτερικό του (οι Libertarians του Ραντ Πολ) και ενώ η Άνω Βουλή (Γερουσία) φαίνεται πως θα υπερψηφίσει την πρόταση Ομπάμα, η Κάτω Βουλή που ελέγχεται από Ρεπουμπλικάνους φαίνεται αβέβαιη. Και αυτό διότι οι βουλευτές της Κάτω Βουλής ενδιαφέρονται περισσότερο για τις επικείμενες προκριματικές εκλογές παρά για τον άμαχο πληθυσμό της Συρίας. Το σημαντικότερο όμως είναι πως η πόλωση των δύο κομμάτων είναι μεγαλύτερη από ποτέ και πως για πρώτη φορά βλέπουμε τις εσωτερικές διαμάχες (δανεισμός, αγροτική πολιτική, μεταναστευτικό, υγεία) να επηρεάζουν την κοινή εξωτερική πολιτική των κομμάτων.

Ο μεγαλύτερος όμως πιθανός σύμμαχος αλλά και στόχος της επικοινωνιακής πολιτικής και δημηγορίας του Ομπάμα είναι η Αμερικανική κοινή γνώμη. Δεδομένου του επικείμενου τέλους της πολιτικής του καριέρας το 2016 και της ανάγκης για δημοφιλείς πολιτικές που θα διατηρήσουν την Προεδρία σε Δημοκρατικά χέρια, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι είναι ο σημαντικότερος μέτοχος του Ομπάμα. Παραπάνω από το 50% των Αμερικανών πολιτών δεν επιθυμεί την εμπλοκή των Η.Π.Α.. Επιπλέον, τίθεται ως προϋπόθεση η διασφάλιση της κυβέρνησης πως ένα στοχευμένο χτύπημα κατά των πέντε μεγάλων χημικών εγκαταστάσεων της Συρίας δεν θα έχει καταστροφικές συνέπειες όπως την κατάληψη εναπομεινάντων όπλων από τους ισλαμιστές αντάρτες της Αλ-Νούσρα ή την διαρροή χημικών καταλοίπων της τοξικής ουσίας «σαρίν» στην ατμόσφαιρα.

Με τους Άγγλους εκτός εξισώσεως και τους Γάλλους στην εφεδρεία, η Κυβέρνηση εξετάζει εναλλακτικούς συμμάχους όπως την Τουρκία, την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι σίγουρα δημοφιλές στους Αμερικανούς πολίτες τους οποίους ο Ομπάμα θα προσπαθήσει επιπλέον να πείσει πως δεν πρόκειται να επαναλάβει τα μυωπικά και παράνομα βήματα του προκατόχου του. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές διεργασίες και υποσχέσεις έχουν ξεκινήσει για τα καλά στην Ουάσινγκτον καθώς το Κογκρέσο πρόκειται να συνέλθει στις 9 Σεπτεμβρίου – δίνοντας εσκεμμένα χρόνο αντίδρασης σε όλες τις πλευρές, συμπεριλαμβανομένου και του Άσαντ. Μια πιθανή καταψήφιση από το Κογκρέσο, σύμφωνα με το σκεπτικό του Ομπάμα, θα του έλυνε τα χέρια και θα άνοιγε το δρόμο σε εναλλακτικές παρεμβάσεις (εξοπλισμό των ανταρτών, πίεση για πολιτική/διπλωματική λύση, κτλ.)

Ο Μπαράκ Ομπάμα βαλλόμενος πανταχόθεν από πιέσεις και αδιέξοδα φαίνεται να μάχεται για την μικρότερη δυνατή επέμβαση: ένα στοχευμένο χτύπημα που θα έχει την υπογραφή των περισσότερων δυνατών συμμάχων, του Κογκρέσου, λοιπών χωρών και της Αμερικανικής κοινής γνώμης. Η προσπάθεια του για έλεγχο και περιορισμό της κατάστασης φαντάζει πρωτοπόρα για τη χώρα του και εμπνέει αισιοδοξία. Ας ελπίσουμε οι συνεχιστές του να παραδειγματιστούν και να απαρνηθούν για πάντα τις απάνθρωπες πολιτικές του παρελθόντος.

 

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 05/09/2013

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 2 Comments

Η ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΙΣΛΑΜΙΚΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Η περήφανη Περσία ξεκίνησε την ένδοξη ιστορία της τον 9ο αιώνα π.Χ. Επιβιώνοντας στρατών και κατακτητών κατέληξε σε ένα ιδιόμορφο πολίτευμα το οποίο αν και (καταχρηστικά) χρησιμοποιεί τον όρο Δημοκρατία, δεν έχει καμία σχέση με το αρχαίο Ελληνικό πολίτευμα. Η θεοκρατική πολιτεία του Ιράν, βρέθηκε στη σύγχρονη εποχή αντιμέτωπη με σειρά δυτικό-ελεγχόμενων οικονομικών αλλά και στρατιωτικών απειλών, τις οποίες και υπερέβη.

Οι εξελίξεις όμως στην περιοχή δημιουργούν ισχυρές προκλήσεις για την Ισλαμική Δημοκρατία σε βαθμό που να κρίνεται πλέον η επιβίωση του ίδιου του καθεστώτος. Οι εξαντλητικές οικονομικές κυρώσεις της Δύσης έχουν καταπνίξει την οικονομία. Το Ιρανικό ριάλ το 2012 έπεσε 10% λόγω του εμπάργκο του Ιρανικού πετρελαίου. Οι ίδιες κυρώσεις οδήγησαν τον πληθωρισμό στο 40% και τους νέους ανέργους στο 33%. Ας μην ξεχνάμε πως την περίοδο 2009-2011 και πριν ενταθούν οι οικονομικές κυρώσεις, το Ιράν ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου του ΟΠΕΚ.  Ταυτόχρονα, το Ιράν παρακολουθεί αγωνιωδώς την αποδυνάμωση του ισχυρότερου συμμάχου, του Μπασάρ αλ Ασάντ, ενώ περικυκλώνεται από εχθρούς και αντιπάλους. Επιπλέον, ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες ανεφοδιασμού της Λιβανέζικης Χεζμπολά, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται ακόμα περισσότερο η επιρροή του Ιράν στην περιοχή. Με την Ισραηλινή ηγεσία ισχυρή όσο ποτέ, την Παλαιστινιακή Χαμάς πρόθυμη να διαπραγματευτεί με τη Δύση και τους τακφίρις να στοχοποιούν τους Σιίτες, διακρίνεται ξεκάθαρα ένα ευρύτερο σχέδιο καταστροφής του Ιρανικού καθεστώτος. Η Ισλαμική Δημοκρατία φαίνεται να βάλλεται πανταχόθεν και να πολεμάει για την ίδια την ύπαρξή της.

Σε μία τόσο κρίσιμη στιγμή για τη χώρα ο μόνος που θα μπορούσε να διασώσει την κατάσταση είναι ο «θεϊκός υπέρμαχος» του Ιράν, ο Ανώτατος Ηγέτης και απόλυτος κυρίαρχος της χώρας, ο Αγιατολά Αλί Χαμενέι.

Ο προνοητικός Χαμενέι αναζητούσε από το 2009 μια πολιτική διέξοδο. Συγκεκριμένα, έψαχνε ένα νέο και έμπιστo πολιτικό πρόσωπο για να αντικαταστήσει τον προβληματικό και φθαρμένο Αχμεντινεντζάντ και να ξανανοίξει τον δίαυλο επικοινωνίας με τις Η.Π.Α.. Ο ίδιος βέβαια δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδεχθεί κάτι τέτοιο δημόσια. Επίσης, η ιδιαίτερη φύση του Ιρανικού πολιτεύματος απαγορεύει στον Χαμενέι να κινηθεί μέσω της παραδοσιακής πολιτικής οδού και να προσεγγίσει τις Η.Π.Α. πίσω από τις κάμερες. Η Ισλαμική Δημοκρατία αυτοπροσδιορίζεται ως μια Αξιοκρατία Ηθικής και Πνεύματος και συνεπώς ο Ηγέτης της δεν θα μπορούσε ποτέ να κινηθεί ανήθικα ή να φανεί αδύναμος στους αντιπάλους του. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο Χασάν Ρουχανί.

Από το 1965 και για μισό αιώνα, ο Σιίτης κληρικός υπηρετεί τη Θεοκρατία της Περσίας. Στις  3/8/13 ο Ρουχανί ορκίζεται πρόεδρος του Ιράν αντικαθιστώντας τον απερχόμενο Αχμεντινεντζάντ.  Ιδεολογικά ο νέος Πρόεδρος ανήκει στους φερόμενους μεταρρυθμιστές μεταξύ των οποίων είναι και οι τέως πρόεδροι Ραφσανζανί και Χαταμί. Αντίθετα όμως με τους προκατόχους του, οι σχέσεις του με τον Ανώτατο Ηγέτη αλλά και με την ιεροσύνη, τον καθιστούν επί της ουσίας έναν συντηρητικό υποστηρικτή του καθεστώτος.

Δύο ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τον Χαμενέι στην επιλογή Ρουχανί. Ο πρώτος είναι η δημοτικότητά του Ρουχανί και η πίστη του στο καθεστώς. Ο ίδιος, δημοφιλής λόγω της συμμετοχής του στον πόλεμο με το Ιράκ, υπηρέτησε πιστά την Ισλαμική Δημοκρατία ως αντιπρόεδρος του κοινοβουλίου, ως Γ.Γ. του Ανώτατου Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, ως διαπραγματευτής για πυρηνικά θέματα, κ.α. Επιπλέν, οι προεκλογικές του υποσχέσεις για κοινωνικές ελευθερίες – κατόπιν υποδείξεως του Χαμενέι – ενίσχυσαν την πολιτική του εικόνα.

Ο δεύτερος λόγος επιλογής Ρουχανί είναι η σχέση του με τη Δύση. Ο δυτικο-σπουδαγμένος Ρουχανί, ως διαπραγματευτής της χώρας του διέκοψε τον εμπλουτισμό ουρανίου για μια διετία, ενώ το 1985 συμμετείχε στην υπόθεση «Ιράν-Κόντρας». Ταυτόχρονα, οι δυτικής παιδείας και νοοτροπίας πολιτικοί του ακόλουθοι, όπως ο Ακμπάρ Τορκάν, άσκησαν κριτική στους απερχόμενους υπουργούς κατηγορώντας τους για διαστρέβλωση στοιχείων, κρατώντας έτσι σαφείς αποστάσεις από την ιταμή προσωπικότητα του Αχμεντινεντζάντ.

Ο Ανώτατος Ηγέτης λοιπόν, αποφάσισε στρατηγικά και στοχευμένα την εκλογή του έμπιστου και φιλοδυτικού Ρουχανί κλείνοντας το μάτι στις Η.Π.Α. για μια νέα τάξη πραγμάτων μεταξύ των δυο χωρών. Αναγνωρίζοντας την ευκαιρία, ο Λευκός Οίκος μία μέρα μετά τις εκλογές, υποστήριξε σιωπηρά την προσπάθεια του Χαμενέι μειώνοντας τις οικονομικές κυρώσεις εναντίον του Ιράν.

Αναλύοντας την κατάσταση, η αλλαγή της Ιρανικής πολιτικής δεν βασίζεται στις πολιτικές ιδέες του νέου προέδρου, αλλά στην αδήριτη ανάγκη του Χαμενέι για πολιτική διέξοδο και στην ευκαιρία που παρέχει το τέλος εποχής με την αποχώρηση Αχμεντινεντζάντ. Ο πρόεδρος του Ιράν, παραμένει απόλυτα ελεγχόμενος από τον Χαμενέι, και η πολιτική εξουσία συνεχίζει να εκφράζει τη θέληση του Ηγέτη και όχι των πολιτών. Ταυτόχρονα, οι Η.Π.Α. φαίνονται σε ένα βαθμό πρόθυμες να συζητήσουν. Τα οφέλη της κυβέρνησης Ομπάμα μπορεί να είναι και μονομερή. Ταυτόχρονα, μια εξομάλυνση των σχέσεων με το Ιράν θα μπορούσε να επιφέρει πολιτική πίεση στους λοιπούς συμμάχους των Η.Π.Α. (Ισραήλ, Τουρκία) και να δώσει πολιτική ισχύ και προβολή στους πραγματικούς μεταρρυθμιστές και φιλοδυτικούς της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι η βελτίωση των σχέσεων με τις Η.Π.Α. που θα επιχειρήσει ο Ρουχανί κατ’ εντολή του Χαμενέι, είναι δυνατόν να επιφέρει ριζικές αλλαγές στην περιοχή γενικότερα, και ειδικότερα στη Συρία, το Ισραήλ, τη Σ. Αραβία και το Λίβανο.

 

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 14/08/2013

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΜΙΑΣ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η Αίγυπτος από το 1967 και για 44 χρόνια βρισκόταν σε μία διαρκή δικτατορική «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» σύμφωνα με την οποία η πολιτεία νομιμοποιούνταν να δρα παράνομα και να εκμεταλλεύεται τους  πολίτες της. Η 17μηνη στρατιωτική κατοχή που ακολούθησε μετά την πτώση του καθεστώτος Mubarak, όπως και η άδικη και άνομη διακυβέρνηση του Morsi που διήρκησε μόλις ένα χρόνο πριν εκπνεύσει, δεν δημιούργησαν το απαραίτητο δημοκρατικό πνεύμα αλλαγής στην κοινωνία των πολιτών της Αιγύπτου.

Οι λόγοι που οδήγησαν στις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις είναι πολλοί (ενδογενείς αλλά και εξωγενείς, μιας και αλλότριες δυνάμεις φαίνεται πως επηρεάζουν άμεσα τα εσωτερικά της Αιγύπτου), όμως ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να εξετάσει τους λόγους που οι πολίτες της Αιγύπτου σε ένα βαθμό προκάλεσαν και εν τέλει αποδέχθηκαν την πραξικοπηματική επέμβαση των Αιγυπτιακών ενόπλων δυνάμεων για την πτώση του πρώτου εκλεγμένου Πρόεδρου της χώρας.

Η  εισαγόμενη «δημοκρατία» που υιοθέτησε η χώρα το 2011 κάθε άλλο παρά Δημοκρατία ήταν. Το πρώτο σύνταγμα της Αιγυπτιακής Άνοιξης ήταν θνησιγενές καθώς είχε τις βάσεις του στα δυτικά πρότυπα ολιγαρχίας και στην παντελή απουσία δημοκρατικών αξιών και διαδικασιών συμμετοχής και έκφρασης των πολιτών. Το επόμενο σύνταγμα που ουσιαστικά επεβλήθη από τον  Πρόεδρο Morsi θύμιζε περισσότερο μια Ισλαμική ρεπούμπλικα παρά μια προοδευτική Δημοκρατία.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι πολίτες της Αιγύπτου ένοιωσαν την ανάγκη να εκφράσουν την απογοήτευσή τους για την πολιτική κατάσταση στη χώρα και συγκεκριμένα τη δυσαρέσκειά τους για τις πολιτικές του πρόεδρου Morsi. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με την αγανάκτηση αλλά και οργή που ένοιωθαν οι πολίτες για το καθεστώς Mubarak. Όπως το 2011, έτσι και το 2013, οι πολίτες συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ταχρίρ με πανό, συνθήματα και την ελπίδα για αλλαγή. Η δοκιμασμένη συνταγή της διαδήλωσης και της διαμαρτυρίας του 2011, απέδειξε πως μπορούσε να εγγυηθεί την αλλαγή – όπως εγγυήθηκε και την για μια ακόμα φορά παρέμβαση των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.

Αυτό λοιπόν που φαίνεται να διαφεύγει των διαφόρων αναλύσεων αλλά και εκτιμήσεων για τις πολιτικές εξελίξεις στην Αίγυπτο, είναι οι πολιτειακές και συνταγματικές συνθήκες που συντέλεσαν στην ανατροπή του Morsi από το στρατό. Είναι γνωστό πως η Δημοκρατία δεν αναπτύχθηκε οργανικά στην Αίγυπτο  βάσει ενός διαχρονικού πολιτικού διαλόγου μεταξύ των πολιτών, διαφόρων κοινωνικών οργανώσεων και φορέων της πολιτείας. Ούτε βέβαια δημιουργήθηκε ελεύθερα, δίχως την επιρροή κάποιων ξένων δυνάμεων. Κάτι τέτοιο άλλωστε έχει συμβεί σε σπάνιες περιπτώσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας και δυστυχώς όχι στην Ελλάδα.  Αντιθέτως, το Αιγυπτιακό Σύνταγμα του 2011 συντάχθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας και στην ουσία αποτελούσε μία εισαγόμενη και μόνο κατ’ όνομα Δημοκρατία από τη «Δύση». Ένα νέο πολίτευμα δηλαδή το οποίο υιοθετήθηκε και εφαρμόσθηκε χωρίς πρώτα να έχουν ενημερωθεί κατάλληλα οι πολίτες για κάτι το οποίο δεν επέλεξαν ποτέ οι ίδιοι. Το ίδιο βέβαια μπορεί να ειπωθεί και για το Σύνταγμα του 2012 που συνέταξε ο Morsi, το οποίο δεν είχε καμία σχέση με την αληθινή έννοια της Δημοκρατίας. Εύκολα λοιπόν καταλαβαίνει κανείς για ποιο λόγο η κάλπικη Δυτική Δημοκρατία και η Ισλαμική ρεπούμπλικα δεν περιείχαν βασικές δημοκρατικές ιδέες και θεσμούς όπως αυτόν της μομφής και της ανάκλησης εκλεγμένου αξιωματούχου.

Η μομφή, είναι μία πρωτοποριακή δημοκρατική ιδέα που συναντάται δυστυχώς σε περιορισμένο αριθμό χωρών (π.χ. Καντόνια Ελβετίας) και εκεί περιορίζεται σε τοπικό επίπεδο. Σύμφωνα με τη δημοκρατική αυτή πρακτική, οι πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι να ανέχονται για ολόκληρη τη διάρκεια της προβλεπόμενης θητείας κάποιον πολιτικό ο οποίος αποδεικνύεται ανάξιος ή κατώτερος των περιστάσεων. Εκκινώντας λοιπόν τη διαδικασία της μομφής, οι ίδιοι πολίτες μπορούν να ανακαλέσουν άμεσα οποιονδήποτε εκλεγμένο αξιωματούχο και να τον οδηγήσουν στην πολιτική λήθη.

Οι πολίτες της Αιγύπτου, λοιπόν, έχοντας στα χέρια τους ένα αντιδημοκρατικό πολίτευμα, και δίχως άλλες επιλογές αντίδρασης, έκφρασης και πολιτικής δράσης, συμβιβάστηκαν και αποδέχθηκαν (ή μάλλον επικαλέστηκαν) την βοήθεια των αρμάτων. Δεν είναι βέβαια δυνατόν σε μία πραγματική Δημοκρατία, οι πολίτες να παρακαλούν και να αφήνονται στο έλεος και τη σωτηρία των δυνάμεων ασφαλείας για διέξοδο από την εκάστοτε πολιτική κρίση.

Είναι βέβαια γνωστό πως τέτοιου είδους δημοκρατικά εργαλεία συμμετοχής και ενεργού πολιτικής δεν υπάρχουν στις περισσότερες κάλπικες Δημοκρατίες της «Δύσης», συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Η διαφορά των χωρών αυτών, και της Ελλάδας, με τις χώρες που για χρόνια βρισκόντουσαν σε τυραννικό ζυγό από στρατιωτικά καθεστώτα, είναι πως ενώ το πολιτικό αδιέξοδο της πλασματικής Δημοκρατίας στην Αίγυπτο οδηγεί σε στρατιωτική επέμβαση με την ανοχή των πολιτών, στην Ελλάδα οδηγεί σε κοινωνικό αδιέξοδο, απελπισία, απάθεια, απογοήτευση και αποξένωση των πολιτών από την πολιτική ζωή της χώρας τους.

Επομένως το μάθημα από την αποτυχημένη προσπάθεια της Αιγύπτου για Δημοκρατία είναι η συνειδητοποίηση πως τα μοντέλα και τα πρότυπα της «Δύσης» δημιουργούν τοπικές ολιγαρχίες και όχι πραγματικές Δημοκρατίες. Συνεπώς η έννοια της Δημοκρατίας πρέπει να επανιδρυθεί και ίσως να αναστηλωθεί. Η δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν ελεύθερα στις πολιτικές διαδικασίες και να έχουν κάθε ευκαιρία έκφρασης και άμεσης επιρροής πρέπει να θεωρηθεί Δημοκρατικός μονόδρομος που οδηγεί σε κοινωνικές διεξόδους.

Ευχόμαστε στην Αίγυπτο αλλά και στην Ελλάδα οι πολίτες να βρουν σύντομα τον αληθινό δρόμο για τη Δημοκρατία.

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • Leave a comment

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ

Από τη Δημοκρατία στην ψευδο-δημοκρατία

Ενώ η Αθήνα βρισκόταν στον Χρυσό της Αιώνα, την ίδια στιγμή, κάπου κοντά αλλά ταυτόχρονα πολύ μακριά, μια άλλη πόλη δημιουργούσε κάτι νέο. Κάτι πανίσχυρο που θα κλόνιζε τη Μεσόγειο και θα κυριαρχούσε στον γνωστό τότε κόσμο.

Το 509 π.Χ. καταλύεται η μοναρχία στο Ρωμαϊκό Βασίλειο και τη θέση της αναλαμβάνει ένα νέο και αυτοδύναμο πολίτευμα. Την στιγμή αυτή η Ρώμη αναδεικνύει τη σπουδαιότερη προσφορά της στο πολιτικό πάνθεον της ανθρωπότητας: το πολίτευμα που ονομάζεται Republic (Res Publica Romana)[1]. Μέχρι το 300 π.Χ. το πολίτευμα αυτό είχε αποκρυσταλλωθεί. Στα ηνία του πολιτεύματος βρέθηκε ένα νέο και μοναδικό πολιτικό σώμα, το οποίο ονομάσθηκε Senatus. Η “Γερουσία” ήταν μια ιδέα που ξεκίνησε από την αρχαία Σπάρτη (το συμβούλιο των γερόντων του Λυκούργου), όπως ακριβώς ήταν και η ιδέα των δύο Υπάτων, που είχε βασιστεί στους δύο Βασιλείς των Λακεδαιμονίων. Εδώ λοιπόν αναδεικνύεται μια μεγάλη αλήθεια. Το πολίτευμα που δημιουργήθηκε στη Ρώμη ήταν βασισμένο πάνω σε μια Ολιγαρχία, αντίθετο και επιθετικό της Δημοκρατίας. Η καινοτομία της Republic ήταν η δημιουργία φαινομενικών “αντιπροσώπων” των πολιτών, όπου οι πολίτες εγκατέλειπαν την διακυβέρνηση σε μια επαγγελματική Ολιγαρχία τέτοιου είδους αντιπροσώπων. Αντιπρόσωποι οι οποίοι ουσιαστικά εκπροσωπούσαν την εκάστοτε ελίτ της Ρώμης[2]. Η Γερουσία στο απόγειο της δύναμής της ανεδείχθη στο ισχυρότερο πολιτικό σώμα στην ιστορία του ανθρώπου μέχρι και σήμερα. Οι απεσταλμένοι της στον γνωστό κόσμο είχαν την πολιτική ισχύ υψηλόβαθμων διπλωματών, ενώ το ίδιο το σώμα ήλεγχε την Εκτελεστική, τη Νομοθετική αλλά και τη Δικαστική Εξουσία της Ρώμης. Η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών που πρώτος ανέπτυξε ο Αριστοτέλης και έκανε ευρέως γνωστή ο Montesquieu το 17ο αιώνα, είχε καταλυθεί από το πανίσχυρο σώμα της Γερουσίας.

Τα δύο κόμματα που συμμετείχαν στη Γερουσία, οι Populares (υποστηρικτές των πολιτών) και οι Optimates (άριστοι) ήταν και τα δύο αριστοκρατικά και στην ουσία αποτελούσαν την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία (ελίτ) της εποχής. Για την διατήρηση και αυτοσυντήρησή της, η Γερουσία χρησιμοποίησε διάφορες δημοκρατικοφανείς μεθόδους, όπως αυτή των εκλογών, ενώ στην ουσία έψαχνε και έβρισκε νομιμοποίηση απέναντι στους πολίτες μέσω των δημοκρατικών αυτών τεχνασμάτων. Κάθε φορά που κάποιος Ρωμαίος προσπάθησε να αναδειχθεί μέσω των εκλογών αυτών και να εκπροσωπήσει τους πολίτες και το δημόσιο καλό, όπως συνέβαινε σε μια Δημοκρατία, οι Ολιγάρχες της Γερουσίας τον δολοφονούσαν. Το μεγαλύτερο παράδειγμα εδώ είναι η δολοφονία του Τιβέριου Γράκχου, το 2ο αιώνα π.Χ., καθώς προσπαθούσε να υποστηρίξει τον αναδασμό της γης. Ο αδελφός του Γάιος Γράκχος, δέκα χρόνια αργότερα, αγωνίσθηκε για τον ίδιο πολιτικό στόχο και δολοφονήθηκε και αυτός επίσης από την Γερουσία.

Καθίσταται λοιπόν σαφές πως η Republic ήταν ένα πολίτευμα που δημιουργήθηκε στην αρχαία Ρώμη και ήταν εξ αρχής και επί της ουσίας μία Ολιγαρχία, με ανύπαρκτο διαχωρισμό Εξουσιών, με αντιπροσώπους των πολιτών, και φαινομενικά Δημοκρατικές ιδέες.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ. ο Οκταβιανός αποδεκάτισε τη στρατιωτική δύναμη του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας της Φιλοπάτορος στη Ναυμαχία του Ακτίου στο Ιόνιο πέλαγος, λίγο έξω από τη σημερινή πόλη της Πρέβεζας. Ως αποτέλεσμα της νίκης του αυτής, ο Οκταβιανός ανεδείχθη ως ο απόλυτος κυρίαρχος της Ρώμης και του γνωστού κόσμου. Το 27 π.Χ. ο Οκταβιανός υιοθέτησε τον τίτλο Princeps Civitatis (“Πρώτος Πολίτης”), διέλυσε την Republic και εγκαθίδρυσε το Imperium Romanum, γνωστό σε όλους μας ως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Γερουσία ήταν αυτή που του έδωσε τον τίτλο “Αύγουστος“, τον οποίο και υιοθετούσαν εφ’ εξής οι διάδοχοι αυτοκράτορες του Οκταβιανού. Έτσι, κάπως άδοξα, τελείωσε το μοναδικό αυτό πολίτευμα της Republic, το οποίο όμως δεν έμελλε να σβήσει εντελώς.

Η Ρωμαϊκή και μετέπειτα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επέζησαν για χρόνια σε μια εποχή που ολόκληρος ο γνωστός κόσμος υπέκυψε για ακόμα μια φορά σε μοναρχικού τύπου πολιτεύματα: Αυτοκρατορία, Τυραννίδα, Βασιλεία. Θα χρειαστεί να περάσουν δεκαοχτώ αιώνες για να υπάρξει και πάλι η ευκαιρία δημιουργίας κάτι νέου: ενός πολιτικού οικοδομήματος το οποίο δεν θα αποτελούσε μοναρχία.

 

Δημοκρατία ή Republic: το μεγάλο δίλημμα

Το 1774 ο Thomas Jefferson συνέταξε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Η.Π.Α. και οι πρώην Αγγλικές αποικίες επαναστάτησαν εναντίον της Βασιλείας και της εκμετάλλευσης από την Μεγάλη Βρετανία. Το μένος των πολιτών των Η.Π.Α. έναντι του Βασιλιά Γεώργιου του 3ου, οδήγησε σε μία τελεσίδικη άρνηση των “Αμερικανών” απέναντι σε κάθε τι μοναρχικό και αυταρχικό για το πολίτευμά που σκόπευαν να υιοθετήσουν.

Αφού κατέκτησαν την πολυπόθητη ανεξαρτησία τους, οι Η.Π.Α. στράφηκαν στους λιγοστούς και εμπνευσμένους ηγέτες αυτής της περιόδου για την πολιτική καθοδήγηση του νεοσύστατου κράτους. Οι ηγέτες αυτοί, οι “Πατέρες και Ιδρυτές των Η.Π.Α.“, ήταν μια πολυφωνική και ποικιλόμορφη ομάδα, η οποία ήταν επί της ουσίας μία πολιτική αλλά και οικονομική ελίτ. Η ελίτ αυτή είχε πρωτοδημιουργηθεί στις τοπικές βουλές των αποικιών, και έπειτα στις συνελεύσεις του Ηπειρωτικού Κογκρέσου, στο οποίο οι απλοί πολίτες δεν είχαν ούτε φωνή, ούτε εκπροσώπηση, αλλά πολλές φορές ούτε καν γνώση και ενημέρωση για το τι συνέβαινε.

Οι Πατέρες λοιπόν του Αμερικανικού Έθνους ήταν και οι συντάκτες του Συντάγματος των Η.Π.Α. το οποίο υιοθετήθηκε το 1787[3]. Κατά την διάρκεια των συζητήσεων των “Πατέρων”, οι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι Αμερικανοί πολιτικοί βρέθηκαν απέναντι σε ένα κυριολεκτικά πολύ σοβαρό δίλλημα. Συνειδητοποίησαν πως σε αντίθεση με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους στην ιστορία του κόσμου, είχαν μια μοναδική ευκαιρία να αποφασίσουν οι ίδιοι τη μοίρα και το πολίτευμά τους, χωρίς καμία επιρροή από εχθρούς, συμμάχους, γείτονες και ξένες δυνάμεις. Το δίλλημα, λοιπόν, ήταν ανάμεσα σε δύο πολιτεύματα, τα οποία ήταν υποψήφια για υιοθέτηση από τις Η.Π.Α. Το ένα ήταν το Ελληνικό πολίτευμα της Δημοκρατίας. Οι Πατέρες των Αμερικανών ήταν μεγάλοι θιασώτες του Ελληνικού πνεύματος, κυρίως της τέχνης και της φιλοσοφίας. Αντιθέτως, για θέματα πολιτικής πρακτικής και ρητορικής αντλούσαν την έμπνευσή τους από την αρχαία Ρώμη. Ταυτόχρονα, έκριναν και αποφάσισαν πως το πολυπληθές νεοσύστατο κράτος δεν θα μπορούσε να αντέξει, να καταστεί διαχειρίσιμο και να διοικηθεί εύκολα μέσω του Ελληνικού πολιτεύματος της Δημοκρατίας. Ο Πατέρας του Συντάγματος, James Madison, βλέποντας προς την Καλιφόρνια και διακρίνοντας την πιθανή εξάπλωση προς την Δύση, πίστεψε πως το μέγεθος της χώρας του θα χρειαζόταν κάτι διαφορετικό από τη Δημοκρατία. Άλλοι πάλι Πατέρες, όπως ο Alexander Hamilton, συμφώνησαν μαζί με τον Madison αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ο Hamilton πίστευε ότι μόνο μία ομάδα αρίστων και επίλεκτων θα μπορούσε να διαχειριστεί τα κοινά. Ενώ βέβαια ο ίδιος οραματιζόταν μια αριστοκρατία, ο φόβος του και το μίσος του για τον “όχλο” και τις “μάζες” τον έκαναν ανίκανο να συνειδητοποιήσει ότι υιοθετώντας το Ρωμαϊκό πολίτευμα της Republic, οδηγούσε ουσιαστικά τις Η.Π.Α. σε μία νέα αλλά κλασικού τύπου Ολιγαρχία. Μία Ολιγαρχία που αποτελείτο αφενός από την οικονομική ελίτ του Βορρά και αφετέρου από τους γαιοκτήμονες του Νότου, η οποία μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο κατέληξε στην απόλυτη Ολιγαρχία του Βορρά και του χρήματος, και της πολιτικής και οικονομικής ελίτ που κυβερνάει την ήπειρο μέχρι και στις μέρες μας.

Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, την ώρα που η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στο σκότος της Μοναρχίας και η Δημοκρατία ήταν παγκοσμίως ανύπαρκτη και απούσα, η Republic επανεμφανίστηκε στην ανθρωπότητα και αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένη να παραμείνει.

Η περίπτωση της Γαλλίας

Το 1789 η ανθρωπότητα επαναστατεί για ακόμη μια φορά κατά της Βασιλείας, συγκεκριμένα στη Γαλλία. Στις 14 Ιουλίου του 1789 οι Γάλλοι επαναστάτες λεηλατούν την Βαστίλη και αναγκάζουν τον Λουδοβίκο 16ο να συνθηκολογήσει. Η Νομοθετική Βουλή που προέκυψε ως το κυρίαρχο πολιτικό σώμα μετά την επανάσταση, είχε ως μοναδικό αλλά και πρόσφατο οδηγό επιτυχίας το Αμερικανικό Σύνταγμα του 1787 και προχώρησε αμέσως στην υιοθέτηση του Ρωμαϊκού πολιτεύματος της Republic[4]. Και σε αυτήν την περίπτωση, όπως και στην Αμερικανική, οι νόμοι δεν αποφασίζονταν απευθείας από κάθε πολίτη, όπως είχε πει ο Rousseau, αλλά μέσω των “αντιπροσώπων” τους, όπως πρέσβευε ο Sieyès.

Η Ολιγαρχία που δημιουργήθηκε στην επαναστατική Γαλλία, εξέφραζε τα συμφέροντα της αριστοκρατίας, μέλη της οποίας αποτελούσαν και την πλειοψηφία της Νομοθετικής Βουλής (π.χ. Marquis de La Fayette, πολιτική ομάδα των Feuillants, κτλ.). Η Republic αυτή ήταν θνησιγενής εξ αρχής και η μεγάλη οικονομική κρίση, οι ήττες στον πόλεμο με την Βοημία, την Αυστρία και την Ουγγαρία, και η συνειδητοποίηση των πολιτών ότι αντάλλαξαν το τυραννικό καθεστώς του Λουδοβίκου με την τυραννίδα των πλουσίων και των ευγενών, οδήγησαν στη δεύτερη Γαλλική Επανάσταση, στις 10 Αυγούστου 1792. Το κύριο αίτημα της επανάστασης αυτής ήταν η κατάργηση των προνομίων των ευγενών και η πραγματική ισότητα των πολιτών. Κυρίως όμως ήταν η απαίτηση για Δημοκρατία, το ξεχασμένο αυτό πολίτευμα που είχε σβήσει με την υποταγή της αρχαίας Ελλάδας στις Ρωμαϊκές λεγεώνες το 146 π.Χ..

Οι Γάλλοι συνειδητοποίησαν το 1792 πως την κυριαρχία σε μια πολιτεία την έχουν οι πολίτες και όχι οι αντιπρόσωποί τους[5]. Στην ουσία συνειδητοποίησαν πως η ισχύς των “αντιπροσώπων” είναι δευτερεύουσα και υπάρχει υπό την ανοχή και την εμπιστοσύνη των πολιτών, οι οποίοι μπορούν όποτε θέλουν, ελεύθερα να την ανακαλέσουν. Δυστυχώς, η ανθρωπότητα δεν θα μάθει ποτέ αν η Δημοκρατία θα μπορούσε να επικρατήσει και να λειτουργήσει στο τεράστιο Γαλλικό κράτος του 18ου αιώνα. Η άμεση δολοφονία του Λουδουβίκου, ο εμφύλιος πόλεμος που προκλήθηκε από την υποχρεωτική στράτευση, η Κυριαρχία του Τρόμου (ιδιαίτερα επί της εποχής του Robespierre), ο λανθασμένος ιδεολογικός “Δημοκρατικός επεκτατισμός” και οι στρατιωτικές ήττες οδήγησαν σε απανωτά πραξικοπήματα τα οποία κατέληξαν στην επάνοδο της μοναρχίας με την υποστήριξη μιας υποταγμένης πλέον Ολιγαρχίας, στην οποία ο νικητής Ναπολέων έκλεινε το μάτι αποδεχόμενος τον τίτλο του Πρώτου Ύπατου[6]. Ως νεότερος Οκταβιανός που ανακηρύχθηκε “Αύγουστος” από τη Ρωμαϊκή Γερουσία, ο Ναπολέων απετίναξε το μανδύα του Ύπατου όταν εδραιώθηκε στην εξουσία και ανακηρύχθηκε από την Γαλλική Γερουσία[7] ως Αυτοκράτορας των Γάλλων.

Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και επαναστάσεις

Η Ευρωπαϊκή ήπειρος στη συνέχεια βυθίστηκε για ακόμα μια φορά στο σκοτάδι της μοναρχίας και όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και επαναστάσεις είχαν δύο πρόσφατα παραδείγματα για να μελετήσουν και να αξιοποιήσουν. Την βραχύχρονη και επίδοξη Δημοκρατία της Γαλλίας, και την Republic της ανερχόμενης Αμερικανικής υπερδύναμης. Προφανώς, το πρώτο παράδειγμα ήταν προς αποφυγή ενώ το δεύτερο προς απομίμηση. Συνεπώς, κάθε χώρα που απελευθερωνόταν, κοιτούσε προς Δυσμάς για να δημιουργήσει έτσι το νέο της πολίτευμα – δηλαδή μια ακόμη Republic.

Το μυστικό εδώ είναι πως οι λέξεις αυτές, Δημοκρατία και Republic, και η διαφοροποίησή τους δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ, ούτε εξηγήθηκαν στους πολίτες. Ο όρος Republic άρχισε να σβήνει σιγά σιγά από την Αμερική και να αντικαθίσταται με τον όρο Δημοκρατία.. Ο λόγος ήταν η δημοκρατική νομιμοποίηση του καθεστώτος και της ηγεσίας των Ολιγαρχών. Με άλλα λόγια, η Republic ντύθηκε με τον μανδύα της Δημοκρατίας για να υπηρετήσει ακόμα καλύτερα και απόλυτα τα συμφέροντα της εκάστοτε ελίτ. Η λέξη Δημοκρατία οδηγούσε και οδηγεί ακόμα με την αγχίνου μνήμη στην Αρχαία Αθήνα, όπου τα όργανα της πολιτείας εξυπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό. Αυτόν ακριβώς το συνειρμό και αυτήν τη νομιμοποίηση αποζητούσαν και έβρισκαν οι Ολιγάρχες στη λέξη και την ανάμνηση της Δημοκρατίας, ενώ επί της ουσίας το πολίτευμα εξυπηρετούσε το ίδιον συμφέρον τους. Όπως και σε κάθε Republic συμβαίνει το ίδιο, τα όργανα της πολιτείας, δηλαδή, να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εκάστοτε πολιτικής και κοινωνικής ελίτ.

Με την επιτυχία του Αμερικανικού πειράματος, λοιπόν, και τη νομιμοποίηση αλλά και την όμορφη ανάμνηση της ταμπέλας της “Δημοκρατίας” ήταν εύλογο οι νέες χώρες που απελευθερωνόντουσαν να αγκαλιάσουν την Republic ως το δικό τους πολίτευμα και να εξυπηρετούνται μέσω αυτής τα συμφέροντα των ολίγων της κάθε χώρας.

Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι απαιτείται ο επιστημονικός διαχωρισμός των δύο πολιτευμάτων, Republic και Δημοκρατία, καθώς και η αποσαφήνιση της ιστορικής πολιτικής εξέλιξης της ανθρωπότητας βάσει αυτών. Ταυτόχρονα, είναι προφανές ότι η στρέβλωση του όρου “Δημοκρατία” συνεχίζεται ως και σήμερα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η Republic στη σύγχρονη μορφή της, και για να υπνωτίσει μία παγκόσμια κοινότητα πολιτών που ενημερώνεται και επικοινωνεί διαρκώς, έχει χρησιμοποιήσει νέες τακτικές συγκάλυψης και ψεύδους. Ίσως η πιο επικίνδυνη εξ αυτών είναι η “υποκατηγοριοποίηση” της Δημοκρατίας σε διάφορες “μικρότερες” μορφές της όπως: Άμεση, Αντιπροσωπευτική, Βασιλευόμενη, Ισλαμική, Κοινοβουλευτική, Προεδρευόμενη, Προεδρική, Ρεπουμπλικανική, Σοβιετική, Σοσιαλιστική, Συμμετοχική, Ρωμαϊκή, κ.ο.κ.

Οι υποκατηγορίες αυτές θολώνουν τα πολιτικά και πολιτειακά νερά και είναι πολλές φορές αρκετές για να οδηγήσουν αυτούς που αγνοούν την πολιτική ιστορία στην περιφρόνηση της Δημοκρατίας και την κρυφή και πολλές φορές υποσυνείδητη και χωρίς τη θέλησή τους υποστήριξη της Republic και της πολιτικής της σκευωρίας και πολιτειακής και ιδεολογικής καπηλείας. Προφανώς και οι λέξεις αυτές είναι απλοί νεολογισμοί, ανύπαρκτες έννοιες για ανύπαρκτα πολιτεύματα, μιας και η Δημοκρατία είναι μία όπως ορίζεται ιστορικά και από την πολιτική επιστήμη και δεν επιδέχεται επίθετα.

Εξίσου σημαντικό είναι να αναγνωρίσουμε πως κάθε προσπάθεια αναστήλωσης του αληθινού πολιτεύματος της Δημοκρατίας, οπουδήποτε στον κόσμο, θα μπει στο στόχαστρο των απανταχού ελίτ των Republic του πλανήτη, των οποίων τα συμφέροντα θα θίγοντας προφανώς άμεσα από μία τέτοια εξέλιξη.

Οι σύγχρονες δημοκρατικές ιδέες και προτάσεις[8] που ισχύουν ευτυχώς σε πολλές περιπτώσεις Republic ανά την υφήλιο, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για την επικείμενη αναγέννηση της Δημοκρατίας, αλλά δεν θα έπρεπε να θολώνουν ακόμα περισσότερο τα νερά και να συγχέουν δια της ύπαρξής τους τα δύο διαφορετικά πολιτεύματα. Ας μην ξεχνάμε ότι μικρές δημοκρατικές ιδέες είναι ανεκτές έως και θεμιτές από τις άρχουσες ελίτ των Republic, έτσι ώστε να διαιωνίζεται ο δημοκρατικός μύθος των πολιτευμάτων τους.

Θα ήθελα να μου επιτραπεί κλείνοντας, η μη επιστημονική κρίση και άποψη και να εξηγήσω πως η αναφορά στην επικείμενη αναγέννηση της Δημοκρατίας γίνεται λόγω της βαθειάς μου πεποίθησης πως το ευγενές αυτό πολίτευμα, που έχει παραμείνει νεκρό και ανεφάρμοστο τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια, μπορεί στη σύγχρονη εποχή να ξαναβρεί τη φωνή του. Αν η εποχή των μικρών πόλεων-κρατών της Ελλάδος στην αρχαιότητα μπορούσε να υποστηρίξει την Δημοκρατία με το μικρό πληθυσμό των πόλεων και την εύκολη συμμετοχή όλων στα κοινά, η επόμενη πραγματική ευκαιρία είναι όντως τώρα. Την εποχή δηλαδή που οι ραγδαίες εξελίξεις στην επικοινωνία και τις τεχνολογίες μπορούν να μας παρέχουν τις δυνατότητες για την αναγκαία αναγέννηση της Δημοκρατίας που θα εκφράσει όσο τίποτα τις νέες γενιές των πολιτών του κόσμου.

Η παραπάνω πολιτική ανάλυση οδήγησε στη σύνταξη της πρώτης «oλοκληρωμένης Συνταγματικής πρότασης για ένα νέο, μοναδικό, Ελληνικό και επιτέλους Δημοκρατικό πολίτευμα για τη σύγχρονη Ελλάδα», που εκδόθηκε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων, με τίτλο «Δημοκρατία, το Πολίτευμα που περιμέναμε».


[1]Εσκεμμένα τα σύγχρονα Ελληνικά και-μη, κείμενα αναφέρονται στην Republic ως “Ρωμαϊκή Δημοκρατία”, ένας ατυχής χαρακτηρισμός που θα προσέβαλε και τους Έλληνες αλλά και τους Ρωμαίους της εποχής. Res Public σημαίνει δημόσιες υποθέσεις. Αντιθέτως Δημο-κρατία σημαίνει πως εξουσιάζει η συνέλευση των πολιτών.

[2]Εδώ παρατηρούμε τη βασικότερη ίσως πολιτειακή διαφορά μεταξύ Republic και Δημοκρατίας. Η ύπαρξη αντιπροσώπων, του μεσάζοντα δηλαδή ο οποίος φέρεται πως εκπροσωπεί τους πολίτες και το δημόσιο συμφέρον.

[3]Δεν συμμετείχαν όλοι οι Πατέρες στη δημιουργία του Συντάγματος, ενώ συμμετείχαν και κάποιοι εκ των συντακτών του δεν συμπεριλαμβάνονται στους Πατέρες

[4]Ο Robespierre μάλιστα ήταν αντίθετος με μια Republic,η οποία πίστευε πως θα οδηγούσε σε Ολιγαρχία

[5]Το αντίθετο ισχύει σε κάθε Republic, όπου η κυριαρχία βρίσκεται στα όργανα του κράτους

[6]Υπενθυμίζεται πως αυτός ήταν ο τίτλος των δύο εκτελεστικών οργάνων της Ρωμαϊκής Γερουσίας, βασισμένος στους δύο βασιλείς της αρχαίας Σπάρτης

[7]Η ιστορία επαναλαμβάνεται

[8]Κάποιες μεταξύ των οποίων είναι οι υψηλότερες πολιτικές ιδέες όλων και οι οποίες έχουν διασώσει την ανθρωπότητα πολλές φορές από το σκοτάδι και το αδιέξοδο. Παραδείγματα είναι: Ελευθερία, Ισότητα, Ισηγορία, Ισονομία, Ισοπολιτεία, Δικαιοσύνη, Παρρησία, Διάλογος, Ανοχή, Ειρήνη, Κράτος Δικαίου, σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, Αξιοκρατία, Πνευματική Πυρανδρεία, σεβασμός και υιοθέτηση θεμάτων των μειονοτήτων, κ.α.

aaaa

  • Standard Post
  • Written by Σταύρος Καλεντερίδης
  • 5 Comments